Πέμπτη, Ιουνίου 10

Επισκέπτες...



Η βελούδινη κουρτίνα σάλεψε βαριεστημένα αψηφώντας το βάρος της. Ύστερα «εκείνος» την άφησε πάλι να ηρεμήσει. Έκανε κρύο.
Στο ψηλοτάβανο διαμέρισμα έλειπαν γενικώς οι ενδιάμεσοι τοίχοι και τα αντικείμενα χαράς. Η κάμαρα με το διπλό σιδερένιο κρεβάτι είχε φαρδιά φθαρμένα γύψινα διαχωριστικά στους τοίχους και μια απόπειρα ξέθωρου αναγεννησιακού τοπίου στο ταβάνι. Η σιφονιέρα στη γωνιά ήταν γεμάτη πεταμένα φθηνά κοσμήματα και τον ρόλο των κομοδίνων έπαιζαν δυο δίσκοι διακοσμημένοι με γεωμετρικές πατίνες. Πάνω στις χλωμές πατίνες ξεκουράζονταν τεράστια λαμαρινένια τασάκια που θα έλεγες ότι χωρούνε τις γόπες μιας ολάκερης κούτας Goiluaze. Αν ήσουν παρατηρητικός θα έβλεπες ότι τα περιοδικά στο πάτωμα ήταν κίτρινα αλλά ατσαλάκωτα και επίσης ότι το μπουκάλι της βότκας ήταν πιο άδειο και από τα κρατικά ταμεία.

- Ρεβέκκα κοιμάσαι ;
- Νικόλα ; Από πού ήρθες ;
- Αυτό ρωτάς πρώτα ;
- Χρειάζομαι μια κατηγορηματική επιβεβαίωση.
- Κρύωνες πάλι. Το ίδιο και εγώ.
- Τυχερέ !
- Τυχερός που κρύωνα ;
- Όχι, τυχερός που μπορείς κάπου να επιστρέφεις, ακριβώς όποτε θες.
- Και λοιπόν ; Τι σε κρατάει εσένα και δεν … ;
- Εγώ είμαι άλλο. Εγώ, πρέπει πρώτα να τελειώσω.
- Πρέπει να τελειώσεις ; Έχεις εκκρεμότητες ;
- Όχι, όχι αυτή τη λέξη.
- Εμμονές ; Στοιχήματα ; Πείσμα ; Τι ;
- Να τελειώσω. Ακόμη ανασύρω ενέργεια για ξόδεμα. Να τελειώσω. Όσο βρίσκω δυνάμεις λειτουργεί ο τρόμος της αλλαγής, καταλαβαίνεις ; Έμαθα να συνεχίζω. Έμαθα να δίνομαι μέχρι τελικής πτώσης.
- Δεν θα κρατήσεις πολύ. Κοντεύεις να…

Η Ρεβέκκα του γύρισε την πλάτη και σηκώθηκε απότομα. Απόθεσε τα ρούχα της σε διάφορες παράλογες θέσεις στο πάτωμα. Περπάτησε προς το μπάνιο αφήνοντας με τις πατούσες της θερμά αποτυπώματα στα κρύα πλακάκια. Πριν κρυώσουν οι κόκκινες πατημασιές έβρεξε τα χέρια και έτριψε το μέτωπο και τους κροτάφους της. Μετά κατάφερε να πάρει δύο ή τρεις ολόκληρες βαθιές εισπνοές. Πόσο καιρό είχε να πάρει δύο ή τρεις ολόκληρες βαθιές εισπνοές ; Περπάτησε ανάποδα τις πατούσες της για να γυρίσει στο ίδιο σημείο. Η ζέστη κάτω ήταν ολοφάνερη. Για τις επιστροφές ενδείκνυται ο ίδιος δρόμος. Το μαθαίνεις αργά ή γρήγορα.

- Δε θα κρατήσεις πολύ, έτσι.
- Υποτίθεται ότι δε πρέπει να μου μιλάς.
- Υποτίθεται ότι δε πρέπει να με ακούς.
Τον κοίταξε, ξαπλωμένο ανάσκελα στο δικό της μέρος ενός κρεβατιού ανοίκεια ξοδεμένου, δίπλα στον άντρα της που κοιμόταν μπρούμυτα και ροχάλιζε σαν αγρίμι. Κάθισε πάνω του και τον έσφιξε στα χέρια της. Ήταν μυώδης και ζεστός. Αναλόγως…Και το στήθος του ήταν φουσκωμένο από θαλπωρή. Μόνο τα μάτια του την απωθούσαν. Σκέτο λευκό, χωρίς κόρες, ασπράδι που δεν καταλάβαινες τι κοιτάζει. Μάτια λίμνες με όχθες λερές, μοναχά η καταχνιά θα ταίριαζε για να φτιάξει δύο φρύδια. Από έξω κροτάλισε μια ψιχάλα. Μα δεν την έβλεπε, τα παράθυρα ήταν πνιγερά κλειστά με βαριά βελούδινα πέπλα.

- Να θυμηθώ να ανοίξω τη κουρτίνα. Τέσσερα χρόνια μαγκωμένη, δε πρόκανα να ανέβω στη καρέκλα να την λύσω. Τι να γίνεται από έξω ;
- Με κάνεις και βαριέμαι. Τι σκέφτεσαι να πράξεις, εννοώ μ’ αυτόν ; Δεν είναι ώρα;
- Ακόμη μια φορά να μιλήσεις και θα σε στείλω πίσω, τ’ ακούς ;
- Νομίζεις. Δε με ελέγχεις πια . Έχω την πρωτοβουλία πλέον. Είμαι νεκρός, εγώ.
- Αρκεί να χτυπήσω τη παντόφλα μου σε οποιοδήποτε σημείο στο τοίχο.
- Θα τον ξυπνήσεις. Και θα τον υποστείς. Αφού το ξέρω…με προτιμάς.
- Αυτή η παντόφλα ήταν πάντα ανάρμοστη. Έπρεπε να κινούμαι παντού ξυπόλυτη. Οι πατούσες σου που λατρεύω…υπάρχουν ακόμη παντού. Τα πόδια μου τις ανιχνεύουν. Σκύβω και σε μυρίζω …
- Και τι σκέφτεσαι να κάνεις λοιπόν ; Δεν υπάρχουν αδιέξοδα ξέρεις, μονάχα σαν περάσεις απέναντι, σαν περάσεις απέναντι, όλα γίνονται οριστικά και αμετάκλητα. Μήπως να τον στείλεις να τον ξεναγήσουμε λίγο ; Δυό χαπάκια υπόθεση…
- Φύγε. Φύγε αμέσως τώρα. Ακούς ; Αει στα κομμάτια βλαμμένε.
- Θα φύγω. Μα άσε με λίγο να σε νιώσω πρώτα. Δεν ήρθα για καυγά μωρό μου..

Η Ρεβέκκα έβαλε το ένα χέρι στην ήβη της και το άλλο στο στήθος της. Ψαχούλεψε λίγο για σημεία ανακούφισης. Τίποτα. Μετά άρπαξε με τα δόντια τον αντίχειρά της και τον δάγκωσε μέχρι να τον λιώσει. Τίποτα. Σηκώθηκε και πήγε στο ντουζ. Άνοιξε παγωμένο το νερό για να νιώσει κάτι. Τίποτα. Μάλλον γινόταν κι αυτή μια από δαύτους. Γύρισε να τον αγκαλιάσει σφιχτά. Στο κρεβάτι της που ήταν μούσκεμα δεν υπήρχε πλέον εκείνος. Υπήρχε μονάχα υγρή αγωνία. Στριφογύρισε με απόγνωση. Και τότε έπεσε από το στρώμα στα πλακάκια. Από παιδί είχε να πέσει έτσι.
Άνοιξε τα μάτια και τινάχτηκε πίσω.
Ο Μάρκος την κοίταζε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Ήταν ήδη ξυρισμένος και χτενισμένος άψογα σαν νεοσύλλεκτος.
- Όλη σου η δραστηριότητα κατευθύνεται προς το ακαταλόγιστο !
- Εσύ, με ξέντυσες έτσι; Δε θυμάμαι. Νομίζω πως είχα γίνει στουπί.
- Φεύγω. Κοιμήθηκες άθλια. Και γω επίσης, δεν είχα επιλογή.
- Στο καλό να πας, στο καλό.. Με συγχωρείς για χθες. Ήμουν πτώμα.. Το βράδυ θα επανορθώσω. Θέλεις να ανοίξω ένα κόκκινο ;
- Άνοιξε ότι νομίζεις. Αρκεί κάτι να ανοίξεις κι εσύ αυτή τη φορά…γυναίκα.
Ο Μάρκος έσυρε τα βήματά του μέχρι τα παπούτσια του. Στα πλακάκια οι βηματησιές του δεν αποτυπώθηκαν. Ήταν δυό πόδια παγωμένα. Ο πάγος δε χαράζει τον πάγο. Τις περισσότερες φορές, φυσικά.
- Πάρε ομπρέλα καλέ μου. Δε θέλω να βραχείτε , ψιχαλίζει.
- Εμένα λες ; Εμένα λες να μη βραχώ ; Χα, ο βρεγμένος…
Θα βγάλει ήλιο έξω. Εδώ μέσα όμως, εδώ μέσα κορίτσι μου χιονίζει διαρκώς.
Με άτσαλες κινήσεις φόρεσε τη καμπαρντίνα του. Της έδειξε την κλειστή ομπρέλα σαν απειλή και την ξανακρέμασε στο γάντζο, πίσω από την ανώφελη πόρτα. Βγήκε και περπάτησε προς το ασανσέρ.


Τα ασανσέρ της πόλης έχουν καθρέπτες. Τα περισσότερα, βεβαίως.
Ήταν εκεί πάλι ! Ένας άλλος Μάρκος ήταν εκεί πίσω από το ακάθαρτο κρύσταλλο. Οι κόρες του διασταλμένες και εκρηκτικά κόκκινες. Η οργή έκανε τις φλέβες του λαιμού του τραχιά τεντωμένες σαν τις χορδές ενός κοντραμπάσου. Είχε χοντρό λαιμό και το ύφος πορτιέρη λέσχης για χαρτοπαιξίες σε κακόφημη γειτονιά. Κοιτάχθηκαν με ματιές μαχαίρια.
- Ηλίθιε. Παραιτημένε. Θύμα.
- Άσε με, δεν ήρθε η ώρα. Θα την παρατήσω.
- Ηλίθιε. Τι περιμένεις. Η γυναίκα είναι ήδη φευγάτη. Όρνιο είναι. Θα σε σκίσει.
- Άσε με σου λέω να πιάσω μια μόνο μέρα τη φορά. Τόσο αντέχω. Τόσο σηκώνει η κράση μου. Δε με βλέπεις ; ( ανάπνευσε) Θα έλθει η ώρα.
- Ηλίθιε. Αν μπορούσα θα ανατίναζα το καθρέφτη να σου χώσω τζάμια σε όλο το αρωματισμένο σου πρόσωπο, αηδιαστικέ.
- Άσε με. Έχω αποθέματα ακόμη. Πρέπει πρώτα να τελειώσω.
- Να τελειώσεις ; Τι να τελειώσεις εσύ, τελειωμένε ;
- Εκκρεμότητες. Στοιχήματα. Που να ξέρεις, τι σου λέω τώρα. Δρόμο !
Ο Μάρκος γύρισε βίαια προς την πόρτα. Απέστρεψε τα μάτια του από τον άλλον. Μα για λίγα βήματα τον πήρε μαζί του, σαν αυτόχειρας με σάκο στη πλάτη γεμάτο χειροβομβίδες. Μπήκε στο βρώμικο από τη ψιχάλα αμάξι. Πάλι τσάμπα το πλύσιμο. Έκλεισε τη πόρτα με δύναμη, να τη συνθλίψει. Ο άλλος τρόμαξε και γύρισε να κρυφτεί. Θριαμβευτής… Ο Μάρκος ξεκίνησε για το γραφείο σαν αφιονισμένος. Λίγο έλειψε να σωριάσει την καγκελόπορτα με τον προφυλαχτήρα του. Ακούστηκε μια πνιχτή τσιρίδα.


- Μπαμπά, πονάει η κοιλιά μου. Γιατί τρέχεις σαν τρελός μπαμπά ;
- Ax.. τι διάολο ! Ναταλί μωρό μου ;
Του κόπηκαν τα ύπατα. Κοίταξε από το καθρεφτάκι το παιδί στο πίσω κάθισμα. Για πρώτη φορά το αντιλήφθηκε σήμερα. Κι όμως, του είχε φτιάξει τα σάντουιτς με κάθε επιμέλεια, το είχε βοηθήσει να δέσει τα παπούτσια του. Δε θυμόταν τίποτα. Έκοψε λίγο ταχύτητα και προσπάθησε να επικοινωνήσει.
- Τι έχεις πρώτη ώρα Ναταλί ;
- Πατριδογνωσία. Ήμουν και προχθές διαβασμ..

Ο Μάρκος γέλασε τρανταχτά με όλο του το μέσα. Δεν άφησε το κέλυφός του να προδώσει τίποτε. Του κώλου την ηθική στην σερβίρουν εγκαίρως. Αρχές, οράματα, κώδικες προσαρμογής, κοινωνικά φρονήματα.. Μετά σε ρίχνουν στους λύκους πασπαλισμένο με το αίμα των προηγούμενων…
- …. και δεν μου έδωσε άλλη ευκαιρία. Ήταν άδικος μπαμπά. Σήκωνα το χέρι σε κάθε ερώτηση. Νομίζω ότι κάτι έχει αυτός μαζί μου.
- Τι ; Τι ερώτηση ; Ποιος, Τι να έχει, δε νομίζω..
- Δεν με άκουγες πάλι ; Αχ, ρε μπαμπά. Εσύ, έ χ ε ι ς κ ά τ ι μαζί μου ;
- Τι ήταν άδικο ; Πες. Συγγνώμη, οδηγάω…
- Άσε. Ασε…Φτάσαμε. Κατεβαίνω. Σε αφήνω στα σημαντικά σου. Γειά.
- Γειά σου μωρό μου. Να φας το σάντουιτς. Έβαλα μπριζόλα καπνιστή..

Το αμάξι του Μάρκου σταμάτησε μπροστά σε ένα τεράστιο περίβολο όπου οι στραβοκοκουρεμένοι σε άναρχα σχήματα φυσικοί φράχτες έδιναν διασκεδαστικές νότες. Ακούγονταν περισσότερα πουλιά από όσα θα στοιχημάτιζες ότι αντέχουν εδώ. Όλες οι κούνιες της αυλής ήταν άδειες. Ακίνητες. Πίσω το σχολείο ήταν μάλλον η απόδειξη μιας κακής περιόδου ανοικοδόμησης της τσιμεντούπολης. Ένα ψηλό τετράγωνο κουτί από γυαλί και νίκελ. Οι περισσότερες περσίδες στα μεγάλα τζάμια ήταν μαγκωμένες σε στραβές θέσεις, ανήμπορες να ανταποκριθούν στο ρόλο τους.
Η μικρή βρόντηξε την πόρτα να την συνθλίψει. Έσυρε τα βήματα προς το σκονισμένο αδιάφορο κτίριο. Μαζί με άλλα κοντά πλάσματα. Μαζί με άλλα βουβά κοντά πλάσματα. Κανένα δεν είχε όρεξη για αστεία. Είχαν ένα ύφος κάποιου που παίρνει στα σοβαρά τα πράγματα. Από τα δέκα. Το τελευταίο σχολικό σταμάτησε μπροστά στον χωμάτινο αυλόγυρο. Έξι παράθυρα με πρόσωπα. Αφη(ρη)μένα. Κοτσίδες ανόρεχτες. Μούτρα μέσα σε παλάμες σκεφτικά. Η μικρή δεν κοίταξε πίσω. Τέντωσε μόνο το αυτί.
Το αμάξι του μπαμπά ξεκίνησε. Μόλις επιτρεπόταν η μικρή γύρισε να δει. Πάλι δεν του έσπασε το τζάμι. Αύριο πιο δυνατά. Μα όχι, μουρμούρησε..
Μη του χτυπάς την πόρτα. Την άλλη φορά άστην ανοιχτή να σκυλιάσει. Τούρκος θα γίνει, να βγει, να κάνει το γύρο, να βρίσει, να τη κλείσει.
- Μη χτυπάς τη πόρτα του μάταια είπε το άλλο. Την κατάλληλη στιγμή θα του ανατινάξουμε το αμάξι. Ίσως τότε ξεβουλώσουν τα αυτιά του. Τι κρετίνος. Θα έπρεπε να τους κάνουν στείρωση εγκαίρως.
- Άσε με και συ. Όταν σε παρακαλώ το βράδυ να έλθεις να με κρατήσεις αγκαλιά που φοβάμαι , εξαφανίζεσαι.
Το άλλο μωρό χαμογέλασε πικρά με τα κίτρινα δόντια του. Ήταν τελείως φαλακρό αλλά σχεδόν τρυφερά ελκυστικό. Είχε ατημέλητα μαύρα νύχια. Έμοιαζε καταπληκτικά στα μάτια τη Ναταλί, αλλά πρέπει να ήταν αγόρι.
- Κανείς δεν ξέρει ότι φοβάσαι. Πρέπει να τους το πεις. Να σου κάνουν παρέα. Να σου πούνε κανένα παραμύθι να σε παίρνει ο ύπνος. Να σου πάρουν αρκούδια..
- Αυτά είναι για τα μωρά. Εγώ φοβάμαι τι θα απογίνω. Μαλώνουνε σα τα σκυλιά μόλις νομίσουν ότι αποκοιμήθηκα. Κι εγώ σε χρειάζομαι τότε να με πάρεις αγκαλιά, σαν μωρό. Μωρό έπρεπε να είμαι ακόμη. Γιατί με βιάζετε να μεγαλώσω ; Γιατί έφυγες ; Ήταν αλλιώς με σένα, αλλιώς, αδελφάκι.
- Κανείς δε σε βιάζει να μεγαλώσεις. Πρέπει να κοντοσταθείς. Παίζεις το παιχνίδι τους. Μερικές φορές αυτοί είναι τα μωρά, δε τους βλέπεις ; Τράβα στο σκολειό…
Εσύ δεν χρειάζεται να λείπεις. Τράβα, μικρή.

Το αυτοκίνητο κυλούσε τώρα τον νωπό επαρχιακό δρόμο αφήνοντας ροδιές σαν στεγνές παράλληλες κορδέλλες. Η υγρασία υποχωρούσε.
- Μη κτυπάς τη πόρτα γαμώ τη μάνα σου, μαλακισμένο. Είπε ο άλλος Μάρκος έξαλλος.. μέσα στο στενό καθρέπτη.
- Μη χτυπάς τη πόρτα μωρό μου είπε ο Μάρκος. Μη χτυπάς μια πόρτα που θα αναγκαστείς να ξανανοίξεις. Μη τη χτυπάς. Άκου και μένα…
Μια ακόμη φορά αισθάνθηκε άθλιος. Για λίγο. Μέχρι την 5η στροφή. Οδήγησε μέχρι τη θέση του στο πεντακάθαρο πάρκιγκ της ετειρίας και μετά έσπρωξε το κορμί του στο γραφείο 234 μέσα από αποστειρωμένους διαδρόμους. Η γραμματέας του ορόφου μίλησε μέσα από τέλεια ολόλευκα σφιγμένα δόντια.
- Σας περιμένει. Ο κος τμηματάρχης, είναι στις μαύρες του… Επάνω. Τώρα.
Τα δικά της νύχια ήταν η αποθέωση της ευφάνταστης φροντίδας.
- Επάνωωωω. Μάλιστα. Ανεβαίνω αμέσως. Τι ευδόκιμο ξεκίνημα ημέρας…
Πλησίασε φθονώντας την σκοπίμως βαριά διευθυντική πόρτα. Αυτές είναι πόρτες… ΣΤΕΦΑΝΟΣ Γ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ PGF DEPARTMENT. Μάλιστα.
- Περάστε, και κλείστε, απαλά παρακαλώ τη πόρτα πίσω σας. Κύριε χμ Μαρκόπουλε , Μάρκο ;
- Μάρκος , ναι.
- Κάθισε, πήρες καφέ ;
- Είμαι οκ, ευχαριστώ πολύ. Σας ακούω κύριε Νικολάου.
- Κύριε Μαρκόπουλε τα νούμερά μας είναι τα χειρότερα που έχω αντικρύσει. Σας απασχολεί κάτι;
- Γιατί να με απασχολεί κάτι. Είναι ένας ονειρεμένος κόσμος….
- Χα, πρωϊνό χιούμορ. Το καλύτερο του είδους. Κάτι συγκεκριμένο ; Κύριε χμ, κύριε..Μακρόπουλε σας κάλεσα για να σας συμβουλευτώ (sic) ... Μπορείτε να τα πείτε ανοικτά.
- Με απασχολεί ότι και του χρόνου θα έχουμε συρρίκνωση στο κλάδο. 15% λένε τα πιο αισιόδοξα νούμερα. Μα εσείς, έχετε εδώ όλα τα νούμερα.
- Ο κλάδος είναι κάτι ομιχλώδες κύριε ..Μπρακόπουλε. Η φίρμα είναι κάτι με ύλη και την κρατάμε με τα χέρια μας δεμένη στο λιμάνι. Οι ανεπάρκειές μας είναι οι άγκυρές της. Αλλά δεν μου αρέσουν τα κατηχητικά..
- Αν νομίζετε ότι αποτελώ κι εγώ βαρίδιο να σας διευκολύνω με κάτι ;
- Δεν είμαι εδώ για να νομίζω. Είμαι εδώ για να προτείνω. Χρειάζεστε κάποιο , πώς να το θέσω, νέο κίνητρο για να σηκώσετε τα μανίκια σας ;
- Χρειάζομαι νέα μανίκια. Τα παλιά έχουν χωθεί στις μασχάλες. Αν μου επιτρέπετε, θεωρώ ότι οι περικοπές πρέπει να αρχίσουν από τα έξοδα παραστάσεων της διοίκησης. Και από τη γραφειοκρατία μας. Είμαστε σαν δημόσια επιχείρηση σε κομουνιστική χώρα. Μια πυραμίδα που επιβλέπει και ρουφιανεύει τους λιγοστούς που εργάζονται κάτω, στο πραγματικό εργοτάξιο.
- Κύριε Μαρκόπουλε, αρκετά. Ας μείνει ο καθείς στις αρμοδιότητές του.
Θα το θεωρήσω ως την υπογραφή σας στα σημερινά μας πρακτικά. Δεν υπήρξατε πρωτότυπος. Οι περισσότεροι στις κρίσεις δείχνουν απέναντι. Καλή σας μέρα και απαλά παρακαλώ την πόρτα.


Ο χοντρός τμηματάρχης παρακολούθησε τον Μάρκο να απομακρύνεται με τεντωμένα νεύρα και κυρτό σώμα. Όλοι είχαν από πίσω την ίδια όψη. Όλοι τώρα τελευταία, όσοι έφευγαν από το γραφείο του επάνω ορόφου. Σηκώθηκε και έβαλε καυτό καφέ χωρίς ζάχαρη και γάλα. Ήταν η ποινή που όριζε στον εαυτό του κάθε φορά που έπαιζε το καθίκι. Ένας πικρός. Πάτησε το πλήκτρο 1 στο απίστευτα ακριβό τηλέφωνο και πήρε μια προκαταβολική ανάσα. Τα μάτια του πρόλαβαν να σκανάρουν τις φωτογραφίες γύρω στους μπεζ τοίχους. Στιγμές απίστευτης υποκρισίας, χειραψίες και βλέμματα ανθρώπων που οι γραβάτες τους είναι τέλεια σφιγμένες στους λαιμούς. Και διαγράμματα. Όλα ζωηρόχρωμα και όλα ανοδικά. Ήταν η σειρά για το δικό του κρύο ντουζ… Μια βαριά φωνή του είπε καλημέρα.
- Κύριε διευθυντά είδα έναν έναν όλους τους σημαντικούς. Υπήρξαν ενδιαφέρουσες απόψεις. Ήταν ένα ξάφνιασμα από την ύφεση. Μένω με την βεβαιότητα ότι πάμε σε μια δυναμική χρονιά. Το προσωπικό είναι ικανό και αποφασισμένο. Μπορείτε να είστε βέβαιος. Είμαι και εγώ πραγματικά αισιόδοξος. Θα είμαστε μια εξαίρεση στο κλάδο.
- Θέλω να διώξεις ακόμη ένα 5% φέτος. Μπορείτε εκεί κάτω. Και δε θα ξεχάσω να σε ανταμείψω για αυτό το λεπτό χειρισμό. Ξεκίνα Στέφανε..
- Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Δεν μου είναι βάρος. Υποχρέωσή μου. Καλή σας μέρα. Καλή σας μέρα. Χαιρετισμούς στην κυρία Μιράντα.
- Θα τους διαβιβάσω. Στέφανε, ελπίζω να μη βρεθώ προδομένος. Σε πιστεύω, αλλά είμαστε όλοι στη βροχή χωρίς ομπρέλα. Το πιάνεις ;

Ο Στέφανος ρούφηξε αρκετό καφέ για να καυτηριάσει τη συνείδησή του. Οι φωνές δεν έλεγαν να ησυχάσουν. Βούιζε όλο το μυαλό του σαν σταθμός του metro σε ώρα αιχμής. Και μύριζε εκείνο το συνονθύλευμα σκόνης, καμμένων λαδιών, υγρασίας και κάτουρου. Δε μπορούσε να το αποδιώξει. Σηκώθηκε και έβαλε κολόνια στα δάχτυλα. Τα έχωσε στη μύτη του. Για λίγο νόμισε πως άλλαξε την ατζέντα. Μετά την αναγνώρισε πάλι με φρίκη. Αρωματισμένα κάτουρα. Θα προτιμούσε να είναι ένα φάντασμα. Κοίταξε το είδωλό του στη σβηστή οθόνη. Έσπευσε να την ανοίξει πριν εμφανιστούν μα η πρώτη φωνή πρόλαβε.
- Νομίζω ότι θα χρειαστείς εκείνο το γαμημένο ρούμι.
- Όχι. Όχι πάλι. Άσε με. Αφήστε με όλοι σας.
- Μάλιστα. Ξεροσφύρι θα τη βγάλουμε σήμερα…;
- Φύγε. Πήγαινε σε ένα μπαρ και άσε με να δουλέψω δικέ μου.
- Βάλε λίγο στον καφέ ! Και χύσε λίγο κάτω. Έχουμε… χμ ψυχούλα και μεις !
Ο Στέφανος έριξε μια δολοφονική ματιά στο μπουκάλι. Έγραφε με δήθεν διακριτικά γράμματα «Εταιρικό δώρο υψηλόβαθμων» . Έριξε λίγο στο καφέ και πολύ στο γραφείο. Έτρεμε. Χρειάστηκαν μόλις δύο γουλιές για να γεμίσει το δωμάτιο και το κεφάλι του με ανεξέλεγκτες φωνές…
- Εμένα Στέφανε ; Εμένα πετάτε πρώτον έξω ; Είμαι αχρείαστος τώρα;
- Δεν πειράζει κύριε Μαρκόπουλε. Κάτι θα βρεθεί. Είμαι νέα ακόμη.
- Είναι τελεσίδικο αφεντικό; Θα με χωρίσει η άλλη μετά από αυτό.
- Το ξέρετε ότι έχω τρία παιδιά κύριε τμηματάρχη ; Τι θα απογίνω ;
- Δεν χρειάζεται να μου το πείτε κατάμουτρα. Κατεβαίνω να μαζέψω. Να πάτε να γαμηθείτε και σεις και η φίρμα σας.
- Τι να γίνει… ήρθε η σειρά μου. Σας εύχομαι εσάς καλύτερη τύχη.
Σας εύχομαι καλύτερη.. Θα με χωρίσει...Καλύτερη τύχη. Καλύτερη…εσάς..φίρμα σας εύχομαι.. να πάτε να γαμηθείτε…
Σωριάστηκε στη καρέκλα. Αισθανόταν ότι κουβαλούσε μια άφθαρτη μωβ συντριβή, ότι θα ζούσε αιώνια ειδικά αυτός από όλους για να την υπομένει ώσπου να μη νιώθει τίποτε πιά. Ούτε χαρά ούτε θλίψη. Πάνω που έσφιξε τα αυτιά του με λύσσα για να σταματήσει τις φωνές χτύπησε το τηλέφωνο.
_Ναι, έλα Νίκη. Προσπαθώ... Πες μου. Ναι. Θα είναι την Τετάρτη στην αντιπροσωπεία οπότε προλαβαίνουμε. 10 μέρες από το γάμο. Ξέρω , τις μετρούσες στον ύπνο σου. Ναι καλή μου. Καμπριολέ. Αν και διαφωνώ. .. Είπαμε θα γίνουν όλα όπως τα φαντάστηκες. ΟΚ…στηκε. Καλά. Όπως τα φαντάστηκε η κορούλα μας. ΟΚ. Μια την έχουμε. (Γαμώ) Τι ; Γαμάτο κόκκινο λέω, ναι. Αφού στα έχω πει, άσε με να δουλέψω. Έλα… Ξέρεις, καμπριολέ δεν είναι το καλύτερο για τα μέρη μας. Ψιχαλίζει επίμονα κάθε δυό ώρες. ΟΚ. Δε ξαναμιλάω, έλα σε αφήνω. Καλημέρα.
Ο Στέφανος έκλεισε το τηλέφωνο και τα μάτια του με τις ιδρωμένες παλάμες του. Το μυαλό του πήγε κατευθείαν στο ρούμι.

Η Νίκη έκλεισε το τηλέφωνο και αφοσιώθηκε στο παράθυρο. Οι ψιχάλες ήταν πράγματι επίμονες. Ειδικά από αυτή τη μεριά του σπιτιού όπου ήταν κρεμασμένη η φωτογραφία. Η μάνα της δε πρόφτασε να ζήσει χαρά από κόρη. Ίσως αυτή να προλάβει. Δέκα μέρες. Δέκα μέρες ακόμη. Αν δεν αλλάξει γνώμη το σκατοκόριτσο. Το σπίτι ένα γύρω έλαμπε από φροντίδα. Η Νίκη αναστέναξε ανακουφισμένη καμαρώνοντας τις ολοκαίνουργιες καρώ ταπετσαρίες στις μπερζέρες μπροστά στο θεόρατο τζάκι. Οι απλίκες έριχναν όσο ακριβώς φώς απαιτούσαν οι περιστάσεις. Πλησίαζε γάμος.
- Δεν ήταν ανάγκη αυτό, ε ; πετάχθηκε η μάνα της από το κάδρο.
- Εεε ; Αυτό, ποιο ; Με τρόμαξες ρε μάνα !
- Να τη πεις σκατοκόριτσο. Ξέρεις, μου μοιάζει.
- Ναι, πήρε όλα τα χούγια σου. Κελεπούρι. Αχ ρε μάνα.
- Ακούς τις ψιχάλες ;
- Δε χρειάζεται, πονάνε τα κόκαλά μου.
- Οι ψιχάλες είναι ο οδυρμός των αδικοχαμένων. Δε πρόλαβα… ούτε μία χαρά.
- Μάνα σκάσε θα ανοίξω τηλεόραση.
- Αν δεν ήσουν σουρλουλού θα είχα δεί ένα δυό εγγονάκια. Μα με την τρέλα σου κατάφερες και έμεινες στο ράφι ώσπου να με τελειώσεις. Τι κατάλαβες ;
- Ανυπόμονη ήσουν. Αυτό είναι όλο. Και με γάνιασες. Ορίστε. Όλα θα γίνουν τέλεια. Και θα σε μνημονεύσουμε στα πρώτα μας βαφτίσια.
- Κάνε ότι θες. Εσύ είχες όλες τις επιλογές. Για τον εαυτό σου… ; Ότι θες.
Μονάχα να ξέρεις. Αυτά που δίνουμε μας γυρνάνε πίσω. Δανεικ….
- Γειά, μαμάκα !

Click.
Ο Γιούρι Γκέλερ απόψε σε κάτι μοναδικό. Στις δέκα η ώρα ακριβώς θα ακούσετε τον Αβραάμ Λίνκολν να λογομαχεί με τον Τζων Μπούθ για τις ενστάσεις του με τα βίαια κινήματα αντίδρασης στο Νότο. Μήπως υπάρχουν στα αλήθεια φαντάσματα ; Μείνετε μαζί…μόνο στο DieT.V…Μείνετε εδώ, ξανά μαζί μετά από ένα μικρό μπρέικ…
Click.


- Ρε άμε στο διάολο και σεις. Ας γράψω τις προσκλήσεις.
Η Νίκη βολεύτηκε στο πανάκριβο σεκρετέρ σαν παγώνι που βρέθηκε μπροστά σε εξήντα θηλυκές. Πήρε την επίχρυση πένα και αναστέναξε.
- Λοιπόν…
Προς τον κύριο Αθανασάκο, Χαράλαμπο… ωχ. Πέθανε αυτός. Χριτςτςτςτς..
Θεός συγχωρέστον. Στον κάδο..
-Πάμε παρακάτω.
Προς οικογένεια Μάρκου και Ρεβέκκας χμ..Μπρακοπούλου, ενταύθα.
Θα μας τιμήσετε ιδιαίτερα… στις στιγμές ευτυχίας των παιδιών μας…
-Και τις δικές μας, βεβαίως, και τις δικές μας… ασφαλώς.





________________________________________________________

Οι ρόλοι...

Ρεβέκκα : πρόκειται για μια ανένταχτη ή αν θέλετε εσείς ανισόρροπη που τυπικά συζεί με τον άντρα και το παιδί της αλλά συνδιαλέγεται με το παρελθόν της. Θα συνεχίσει τη συναισθηματική της αυτοχειρία…

Μάρκος :
Πρόκειται για έναν καθηλωμένο ή αν θέλετε εσείς ενταγμένο στο σύστημα που ως τάχατες θύμα των περιστάσεων διστάζει να αλλάξει κάτι προσμένοντας το τίποτα. Κουνάει τα πόδια του σαν κρεμασμένος.

Ναταλί : Πρόκειται για ένα τυπικό ράκος ή αν θέλετε εσείς παιδί μιας άσκοπης αστικής οικογένειας. Οι ανισορροπίες των γονιών του θα το συνοδέψουν μέχρι την ενηλικίωση. Η πληγές της τραγικής απώλειας του αδελφού της θα μείνουν ανοιχτές.Θα γίνει οργισμένη έφηβη και αυτοκαταστροφική γυναίκα από τα 25 της.

Στέφανος : Πρόκειται για έναν πρωταγωνιστή ή αν θέλετε εσείς για ένα γρανάζι του συστήματος. Θα πεθάνει χωρίς να δημιουργηθεί κανένας ιδιαίτερος ντόρος. Είναι ένας από την πλειοψηφία.

Νίκη : Πρόκειται για μια γυναίκα ή αν θέλετε εσείς για ένα είδος γυναίκας. Οι κληρονομιές των γενεών συντάσσονται με το μητρικό καθήκον και το μικροαστικό όνειρο για να παράγουν μιά θριαμβική τριπλή ουτοπία. Είναι ο κανόνας.


Αν εξελίσσαμε την ιστορία από ποιόν να περιμένουμε την πρώτη ρήξη ; Ποιος θα ανακάτευε πρώτος τη γλυκερή σούπα της ζωής του ;
Μήπως το μωρό ;

Κυριακή, Ιουνίου 6

Χρη πράττειν τα καίρια



Σας βλέπω στενοχωρημένους τα μάλα ! Μα δε σας βλέπω αποφασισμένους. Εσείς πως σας βλέπετε ; Μπερδεμένους ; Συνένοχους ; Καθηλωμένους ;
Ήρθε το αυγό στη λάθος θέση ; Ε, και ; Πρώτη φορά είναι ; Ή μήπως είμαστε εκείνοι με τη χειρότερη μοίρα στον πλανήτη ολάκερο ;
Μη κλαίγεστε πια , αμάν ! Πάρτε την κατάσταση στα χέρια σας και επιστρέψτε τους την κρίση. Διαλέξτε ένα κινητό της …συλλογής σας και ακυρώστε τώρα το συμβόλαιό του. 15 εκατομμύρια συμβόλαια είναι ενεργά στη χώρα. Κάθε ένας που χρειάζεται να ταξιδέψει ας παίρνει τη μια συσκευή που θα μείνει σε κάθε σπίτι. Επιστρέψτε μια πιστωτική για να την βάλουν εκεί που ξέρουνε. Κλείστε όλα τα συμβόλαια σε ασφαλιστικές εταιρίες, όλα ανεξαιρέτως. Στο τέλος θα πάρετε και σεις τα αρχ.. σας και όχι τις παροχές που σας έχουνε υποσχεθεί. Μην ανοίγετε τηλεόραση πριν ανοίξετε τα μάτια σας, βάλτε ένα ραδιόφωνο να παίζει και απλώστε πάνω στο έπιπλο με τα τηλεκοντρόλ όλα τα ενθύμια από τις διαφυγές σας, χειροτεχνήματα, ζωγραφιές, πετρώματα και φωτογραφίες από την ελληνική γη. Διορθώστε το ποδήλατό σας αύριο το πρωί και βγάλτε ένα πάκο εισιτήρια λεωφορείου. Φουσκώστε μόνοι σας το καφεδάκι σας αφού ο καφετζής το θέλει 1,5 € . Φτιάξτε σαντουϊτσάκια από το σπίτι για τις 11 που η κοιλιά σας θα γουργουρίζει. Κοντοσταθείτε σε μια στάση και πάρτε έναν συνεπιβάτη προς το κέντρο. Ρωτήστε κάθε μέρα την παρέα ποιος θα πάρει σήμερα αμάξι. Μην μεταγγίζετε άλλη ενέργεια σε μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς αφού κάποιοι δεν θέλουν να’ χουμε αύριο. Κρατήστε όλη την ενέργειά σας για διαλεχτές παρέες. Συναντηθείτε και μιλήστε για την Ελλάδα που αγαπήσαμε μεταπολεμικά, με τις μικρές χαρές της, με τις παραμυθογιαγιές της, με τους νεαρούς συντροφοναύτες της, με τους αξύριστους τους μάγκες που προλάβαιναν και να σφυρίξουν στο μανούλι που περνάει. Βγέστε από τα σπίτια σας ώρες πολλές. Κάντε περιπάτους και μιλήστε σε αγνώστους, για το σκυλάκι τους, για το παιδάκι τους, για τα ρευματικά τους, για τα νοστιμότερα στραγάλια που έχετε φάει ποτέ.
Επιστρέψτε τους την κρίση. Αυτοί θα κάνουν τη δουλειά τους παστρικά. Θα πλουτίζουν για να βάλουν τα λεφτά στον κώλο τους. Θα παραγγέλνουν όπλα, θα μεταφέρουν χρήματα και θα διολισθαίνουν ολοένα και βαθύτερα στο βούρκο. Θα δυστυχούν γιατί δεν πρόλαβαν όλες τις ευκαιρίες. Θα είναι ξύπνιοι όλη νύχτα όσο υπάρχει ένας πιο δυνατός ή ένας πιο πλούσιος από το σαρκίο τους στον κόσμο. Θα πληρώνουν τα χρήματα τα δύσοσμα σε γιατρούς και κάθε λογής ουσίες για να καταλαγιάσουν τις φωνές στο κεφάλι τους. Για αυτούς η κόλαση δεν είναι στο μέλλον…
Ξεχάστε το, ότι μπορείτε να τους καταλάβετε και να τους αποτρέψετε. Συγκεντρωθείτε στο σαρκίο σας. Μην αγοράζετε monopoly στο βαφτισιμιό σας, στείλτε του τουβλάκια. Και μετά καθίστε μια ώρα τη βδομάδα στο πάτωμα μαζί του για να φτιάξετε ωραία σπίτια, μονώροφα, πριν την αντιπαροχή.
Πάρτε τους δρόμους της πόλης τους άγνωστους, εκεί που γράφτηκαν ελληνικά τραγούδια θα μυρίζει ακόμη γιασεμί. Στο τσινάρι και τα κάστρα, τα σοκάκια περιμένουν ευγενείς…
Και γίνετε ξανά πολίτες. Τίποτε μην αφήνετε ασχολίαστο απ’ όσα μας φθηναίνουν. Ασπρίστε πέτρες, μαζέψτε ρύπους κάθε λογής, τηλεφωνείστε τους για να συλλέξουν την ασχήμια από κάθε γειτονιά, κοιτάξτε λίγο έξω από την πόρτα σας. Έξω από την αυλή σας, αν είστε τυχεροί και έχετε αυλή. Κάποιος αυτή την ώρα γύρω σας διαπράττει ακόμη μια αυθαιρεσία. Ανοίγει ακόμη μια πληγή στη γειτονιά σας. Καταγγείλτε τον. Σθεναρά, επώνυμα και με στεντόρεια φωνή. Θα βρείτε αμέσως σύμμαχους τριγύρω. Έλεος πια. Βγέστε και χειροκροτείστε ειρωνικά τον ΕΛΛΗΝΑΡΑ που περνάει από τη γειτονιά με τα παράθυρα ανοιχτά και τα λαϊκά στη διαπασών. Κολλήστε αυτοκόλλητα σε όσους κλείνουν διαβάσεις αναπήρων. Πάρτε με το έτσι θέλω αποδείξεις από όλους τους εμπόρους και τους τυχοδιώκτες δώστε τους από ένα χαρτάκι που να λέει « με λένε Ελένη και δεν θα ξαναπατήσω στο μαγαζί σου ». Σταματήστε στο δρόμο πολιτικούς και ρωτήστε τους, « πως κατάντησες έτσι, άσχημος θέλω να πω, εσύ ‘σουν φρεσκαδούρα » .
Μην αγοράζετε εφημερίδες των 3,5 € , μην αγοράζετε φερέφωνα περιοδικά, απλώς γιατί δωρίζουνε παντόφλες, κλείνετε τα αυτιά σας σε όσους αναμεταδίδουν όλη μέρα ..Αυτιάδες. Κλείστε τους επιτέλους το στόμα. Μπορείτε να φωνάξετε, μη φοβάστε. Όταν ο απέναντι αρχίσει το τροπάρι της κινδυνολογίας εσείς βάλτε το δάκτυλο στο στόμα και φωνάξτε.. ΣΚΑΣΕ ! Και μετά χαμογελάστε του και ρωτήστε. Τι θα κάνεις με τη μέρα σου ; Σήμερα ; Τι θα κάνεις για να αξίζει να τη ζήσεις ;
Επιστρέψτε τους την κρίση, αυτό να κάνετε. Ακούτε ; Αυτό να κάνουμε όλοι. Και μέσα από την ηρεμία μας, μέσα από την καινούργια μας θωριά, μετά την μετανάστευση των λογικών που μας οδήγησαν εδώ, θα βρούμε μια άκρη. Θα βρούμε…

Δευτέρα, Μαΐου 31

Να γυρνάς από τους τόπους πλήρης


Ευχή και υπόσχεση. Να αφήνεις τη γλύκα των πραγμάτων να σε παρασύρει. Να αφήνεις τις στιγμές να σε ακουμπούν, να σε πληγώνουν, να σε χαϊδεύουν, να σε συνεπαίρνουν και να σε ταξιδεύουν σε άγνωστες γωνιές της ψυχής. Να έχεις τα αυτιά σου ανοιχτά να ακούς τις μυρωδιές, σαν περνούν, για σένανε περνούν. Και να αφήνεσαι στον άνεμο να σε νανουρίζει γιατί οι λίγες οι στιγμές κάνουν τις πολλές τις χαρές.

Τρίτη, Μαΐου 18

Ώρα να ανοίξουμε την ουσιαστική κουβέντα



http://vimeo.com/moogaloop.swf?clip_id=11332160&server=vimeo.com&show_title=1&show_byline=1&show_portrait=0&color=&fullscreen=1

Αφού ακούσεις έναν ειδικό να σου περιγράφει σταράτα τι συμβαίνει, βάζεις το κεφάλι κάτω και σκέφτεσαι βαθειά όλη σου την συμπεριφορά ως σήμερα. Ως πολίτη, ως καταναλωτή, ως οικογενειάρχη, ως φίλο και ως ψηφοφόρο. Μετά σε πιάνει τρέλλα. Και ύστερα η πρώτη αντίδραση είναι να μιλήσεις για μια επανάσταση... Φευ !

Δεν πείθουν κανέναν πιά οι επανιδρύσεις, τα κινήματα αλλαγής και οι διακυρήξεις. Η επανάσταση αρχίζει από το ένα κύταρό μας. Περνάει από την διαμόρφωση προσωπικής στάσης και αφού αλοιώσει θετικά τον μικρόκοσμό μας, ενώνεται με συνιστώσες δυνάμεις, αναζητά συμμαχίες και διαμορφώνει περιβάλλον εύφορο με ολοένα αυξανόμενη διάμετρο γύρω της. Μέχρι να διαβάλλει όλο το σύστημα.

Πως χτυπάς το σύστημα ;

Ακούω διάφορες εκδοχές. Ότι δε χτυπιέται. Ότι είναι πιο οργανωμένο από εμάς. Ότι η ενέργεια που απαιτείται είναι αδύνατον να περισσέψει από το υστέρημα ενέργειας των βιοπαλαιστών. Ότι ανατρέπεται μονάχα από μέσα. Ότι είναι πάνω από τους λαούς και τις κοινωνίες.
Με έχει απασχολήσει όπως και εσάς πολύ η περίπτωση της τυφλής τρομοκρατίας. Τη θεωρώ άνανδρη, μια προέκταση των τραμπουκισμών στα γήπεδα, ανώριμη, εφηβική. Ένας που προασπίζεται την αναρχία και δε θέλει να τον αποκαλούν ξεφτιλισμένο πρέπει να βρει πιο αντάξιο συνομιλητή από τα ΑΤΜ, τις βιτρίνες, τα όργανα της τάξης και τους κάδους των σκουπιδιών. Πρέπει να βγει με τα επιχειρήματά του στις πλατείες και να αντιμετωπίσει στρογγυλές συζητήσεις σε ομηγύρεις ίσων του. Ο καθείς να δικαιούται από τρία λεπτά εισήγηση. Ο καθείς να οφείλει και από τρία λεπτά προσεκτικής ακρόασης του απέναντι. Μετά να ανταλλάξει το όνομά του και το στίγμα του και να πάει παρακάτω.
Με έχει απασχολήσει επίσης πολύ, όπως και εσάς το έλλειμμα αξιόπιστης πληροφόρησης. Σε αυτό δεν υπάρχουν όμως δικαιολογίες. Πρόκειται για αδράνεια. Η ποσότητα πληροφοριών που χρειάζεσαι για να ξεκινήσεις να πιάνεις το νήμα του απεγκλωβισμού σου κείτεται πλέον σε μηδαμινές αποστάσεις γύρω σου. Υπάρχουν τα μέσα και οι τρόποι μιας επαρκούς διασταύρωσης. Και οι εστίες διαφθοράς δεν είναι καν κρυφές.

Πως χτυπάς το σύστημα ;

Ας πάρουμε έναν καταχρεωμένο και απολυμένο. Ας πούμε ότι όλες οι ως τώρα επιλογές του (μόρφωσης και εργασίας) υπήρξαν αδιέξοδες. Θέλει αρκετή προσοχή πριν πιστέψουμε ότι μπαίνουμε στα παπούτσια ενός τέτοιου ανθρώπου. Το μεγαλύτερο πρόβλημά του είναι ότι έχει χάσει κάθε σταγόνα αυτοεκτίμησης. Για να αγαπήσει τον εαυτό του ξανά, τόσο ώστε να του δικαιολογήσει ένα ακόμη ξεκίνημα, χρειάζεται μια αρχική ποσότητα ηθικής συγκρότησης. Το μόνο μέρος όπου θα βρεί αυτήν την ποσότητα είναι οι άλλοι άνθρωποι γύρω του. Προς τα εκεί στρέφεται.
Μια και δεν είναι απίθανο να βρεθούμε στη θέση του, ενός τέτοιου συνανθρώπου, είναι τώρα καιρός να ζωγραφίσουμε στην παρέα μας ένα τοπίο υποθετικών σεναρίων διαφυγής.
Υπάρχουν αναξιοποίητες πλουτοπαραγωγικές δυνατότητες στη χώρα ; Σε ποιες περιοχές της ; Τι προσόντα απαιτεί η ευτυχής αναδιανομή του εργατικού δυναμικού της Ελλάδας στην επικράτειά της ; Ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές μας ; Πότε θα σημάνει για εμάς το σάλπισμα ότι η εργασία μας δεν ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις αρχικές προδιαγραφές που έχουμε θέσει ; Τι είμαστε διατεθειμένοι να διακυβεύσουμε ; Ε ; Τι ;
Θέλω να θίξω κάτι ακόμη. Συνηθίζεται αρκετά το τροπάριο περί της γενιάς που πήγε χαμένη προς όφελος της επόμενης. Ότι κάνω, το κάνω για σας, λέει ο μπαμπάς. Και φορτώνει με τόνους ενοχών τα παιδιά του. Τι μπορείς να κάνεις ; σε ρωτούν. Τα πάντα, έχω τρία παιδιά απαντάς. Παπαριές είναι ! Το μόνο μάθημα που χρειάζονται τα παιδιά σου είναι ότι εσύ, ΕΣΥ, δεν είσαι τόσο κορόϊδο για να αφήσεις τη ΜΙΑ ζωή σου να σε πάρει από κάτω. Ότι όσο έχεις τα χέρια και τα μάτια σου, όσο σε κρατούν τα πόδια σου, ακόμη και εβδομήντα χρονών, εσύ θα θέλεις να ζήσεις τη ζωή σου με όλες τις συγκινήσεις που μπορεί να σου χαρίσει. Τότε θα βγάλεις και παιδιά που έχουν κάποια τύχη εδωπέρα.
Το τελευταίο που θέλω να σας πειράξω σήμερα είναι μια βεβαιότητα ότι οι ευκαιρίες θα βρίσκονται πάντοτε μπροστά μας, εδώ και κει, σαν λουλούδια την Άνοιξη για να σκύψεις να μαζέψεις. Τις ευκαιρίες τις αντιλαμβάνεται εκείνος που έχει μια διαμορφωμένη ευχή προς το σύμπαν. Μην μείνουμε στις διαπιστώσεις. Δικαιούμαστε διάολε ο καθένας από μια ευχή. Για το πώς θέλουμε να είναι το πρωϊνό μας ξύπνημα ώστε να αξίζει το κόπο να ζούμε. Το πρωϊνό μας ξύπνημα είναι μεγάλη υπόθεση. Σκεφτείτε.

Πως χτυπάς το σύστημα ;

Αψηφώντας τους κανόνες που βάζει. Παίζοντας με ζαβολιές. Χάνοντας το υποτιθέμενο εγχειρίδιο οδηγιών.

Σε κάθε γνήσιο διήγημα, υπάρχει ένας ήρωας, τα θέλω του, οι ανταγωνιστές, η κορύφωση και μια αλλοπρόσαλλη έκβαση. Τι θα κάνουμε με το διήγημα της ζωής μας ; Θα το εμπιστευτούμε σε τρίτους; Θέλεις εσύ να στο γράψει η Μαρία, ο Νικόλας, ο Θέμελης ή ο Σαίξπηρ ; Όταν ξεκίνησαν να γράφουν όλοι αυτοί ήταν γιατί αναζητούσαν το δικό τους εσωτερικό ταξίδι. Εμείς ; Θα το αναζητήσουμε τώρα ; Δεν είναι ώρα ;

Κυριακή, Μαΐου 16

Αύριο, αύριο θα 'ναι για όλους, πρώτα ο Θεός


Οι αχτίδες Του σκόρπησαν στο δωμάτιο σαν τα παιδιά που ορμούν στην αυλή μόλις ακούσουν το σχολικό κουδούνι. Μέσα από τις γρίλιες και τις κακοτεχνίες των παραθύρων, εκείνες έφτιαξαν γιορτή.
Ο Loni τεντώθηκε προξενώντας αρκετή δυσφορία στο στρώμα του. Ύστερα άνοιξε τα μάτια και αντίκρισε το σβησμένο γλόμπο με τη χοντρή χλωμή κοιλιά, το ξεχαρβαλωμένο κομοδίνο του με τις κίτρινες φυλλάδες αγγελιών, το μισογεμάτο μπουκάλι μπύρας της χθεσινής βραδιάς. Η καρέκλα κάτω από το παραθύρι ήταν έτοιμη. Το τασάκι στο περβάζι. Η μυρωδιά στο δωμάτιο είχε ψήγματα νυχτολούλουδου, τσιγαρίλας και ποδαρίλας αλλά ο Loni ήξερε να απομονώνει πράγματα. Απ’ έξω μια δεκαοχτούρα γκουγκούφκιζε επίμονα για να σηκώσει την εργατιά.
Ο Loni τράβηξε το χοντρό πάπλωμα για να βγουν τα πόδια του στη δροσιά. Πάντα ξυπνούσε πρώτα τα πόδια του. Ήταν δυο ισχνά πόδια εξηνταοκτώ ετών που έδειχναν σαν δυό πόδια ογδόντα έξι ετών. Λύγισε τα δάκτυλά του για να ακούσει εκείνη τη διακριτική παράκλησή τους να τα αφήσει μια μέρα στο χουζούρι τους. Τσικ τσικ τσικ, κλακ, τσικ… Δεν παρέλειψε να τα κανακέψει : Εμπρός ποδαράκια μου. Πάμε τώρα ;
Σήκωσε αργά το κορμί του και τράβηξε μια τζούρα πρωϊνής αύρας. Ο Loni κοιμόταν πάντα με το παράθυρο μισάνοιχτο. Έτσι μεγάλωνε το τετράγωνο δωμάτιο, του άλλαζε σχήμα και το ένωνε με το σύμπαν. Το παντζούρι του άνοιξε τρίζοντας από ευχαρίστηση που θα ρουφήσει φως. Και για το Loni το φως ήταν ένα πλήρες και θρεπτικότατο πρωϊνό. Δόξαζε το Θεό για τη καινούργια μέρα και δε το ‘κανε για να τον καλοπιάσει…
Στο νεροχυτάκι του μικρού μπάνιου αποχαιρέτησε ότι τσίμπλα περίσσεψε από χθες και μετά μούσκεψε με τις παλάμες του τα επίμονα κατάμαυρα μαλλιά του μέχρι να αισθανθεί κάθε ρίζα τους να σκιρτάει. Περπάτησε νωχελικά τα έξι βήματα μέχρι το μπρίκι. Ύστερα βυθίστηκε στις σκέψεις του καθώς ανακάτευε αργά το μίγμα για τον καϊμακλίδικο τούρκικο που στη περίπτωσή του ήταν αλβανικός.
« Τελείωσε το χαρτί, σώνεται και η ζάχαρη, ψωμάκι, χμ αυτά έχουν προτεραιότητα σήμερα, πρώτα ο Θεός. Κι αν περισσέψει κάτι, καπνό.»
Ο καφές έπιασε να μυρίζει και τα ρουθούνια του τέντωσαν. Πήρε να χαμηλώνει τη φωτιά στο μπρικάκι, ώσπου έμοιαζε με αναπτήρα σε χέρια λερωμένου εργάτη. Ο καφές πρέπει να φουσκώνει πάντα αργά. Έριξε με μαστοριά λίγο καϊμάκι στο φλυτζάνι με τα κίτρινα χείλη, ξανά στη φλόγα, ξανά στο φλυτζάνι, ο Loni απόλαυσε αυτή την πρωϊνή τελετουργία σα καλλιτέχνης που βάζει τις τελευταίες πινελιές στο έργο της ζωής του. Κι έπειτα, πριν να σβήσει το μπρίκι, έσκυψε και άναψε το τελευταίο χθεσινό στριφτό. Πάντα άφηνε ένα στριφτό για το πρωϊ που τα χέρια θα τρέμουν από την ανυπομονησία. Πάντα άφηνε κάτι για αύριο, που η ψυχή θα τρέμει από την προσδοκία. Μια ευχή, μια υπόσχεση και μια ανακοίνωση χαράς. Σήμερα θα είναι η μέρα σου καλύτερη. Σήμερα.
Κοίταξε την ξεχαρβαλωμένη ξύλινη καρέκλα με συμπάθεια.
- Έρχομαι, έρχομαι καλή μου. Στο παραθύρι σου θα κάνουμε πάλι την πρωϊνή μας κουβεντούλα Έπιασε το φλυτζάνι με μαεστρία για να μη καεί και σύρθηκε ανάλαφρα σπρώχνοντας μιά τη μία και μιά την άλλη παντούφλα προς το φως. Και κάθισε πάνω στην Τριζούλα με διακριτικότητα. Ήταν η μόνη του παρέα από τότε που έφυγε Εκείνη.
Αφοσιώθηκε στην κίνηση κάτω στο μικρό παρκάκι της οδού Ιουλιανού. Δυό άντρες διαπληκτίζονταν ήδη για μια θέση πάρκιγκ. Και φαίνονταν κι οι δυό να αισθάνονται οι πιο τσατισμένοι στον πλανήτη. Τα παιδιά περνούσαν με τις τσαντούλες τους και με ηττημένες φάτσες. Δεν έδειχναν όρεξη για πολλά πολλά. Στα μαγαζάκια απέναντι οι έμποροι έβγαζαν πραμάτεια στα πεζοδρόμια. Η δική τους φάτσα ήταν σαν των Οβριών στα κάτεργα του Ράϊχ. Ο Loni είχε ξαναδεί φυσιογνωμίες γεμάτες απόγνωση. Αυτές του φαίνονταν κάπως λίγο ψεύτικες. Δεν μπορούσε να καταλάβει και πολύ. Αν ζεις στην Ελλάδα και έχεις κάθε πρωί ένα μικρό μαγαζάκι να σε περιμένει για τη βιοπάλη σου, αν έχεις τον ήλιο απάνου στο κεφάλι σου και χιλιάδες περαστικούς έξω από τη πόρτα σου, κι αν ο καφές είναι φρεσκοκομμένος στο κουτάκι δίπλα στο μπρίκι σου, τι άλλο διάολε θα μπορούσε να σε κάνει πιο αποφασισμένο να ισορροπήσεις τις ανησυχίες σου και να καλωσορίσεις τη μέρα ; Τι άλλο ;
Έριξε μια ματιά στο φτωχικό δωμάτιο. Ο Loni ζούσε ολομόναχος από την ώρα που ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να βοηθήσει την οικογένειά του να ορθοποδήσει πάνω στους Άγιους Σαράντα. Τα τρία από τα αδέλφια του ήταν εδώ. Άλλο ένα Γερμανία. Τους έγραφε γράμματα. Ο ένας έστελνε στον άλλο κουράγιο. Αναστέναξε βαθειά και τράβηξε μια βαθειά τζούρα . Ύστερα έστειλε τριγύρω σχήματα από καπνό. Έψαξε με τα μάτια τεκμήρια δυστυχίας μέσα στο δωμάτιό του. Δεν ήταν και τόσο άσχημα. Ήταν έτοιμος για τη μέρα που ξεκινούσε. Ήταν έτοιμος κάθε μέρα αυτός. Έτσι είχε μάθει.
Απέναντι ήταν κρεμασμένο με μαεστρία το σιδερωμένο άσπρο του πουκάμισο. Και η κόκκινη πλεχτή γραβάτα πάνω στο τραπεζάκι. Ο Loni απόλαυσε τον υπόλοιπο καφέ ρουφώντας με θόρυβο τις γουλιές και πλαταγιάζοντας τη γλώσσα του. Ύστερα ξυρίστηκε με επιμέλεια και ντύθηκε σα γαμπρός. Οκ. Όχι σα γαμπρός. Σαν χαρούμενος. Σαν νέος…
Στα πεζοδρόμια της πόλης οι Ελληνες σπρώχνονταν ήδη ιδρωμένοι. Όλοι έτρεχαν. Ο Loni ξεκίνησε το πρωί του από το δεξί πεζοδρόμιο της Ολύμπου. Περπατούσε αργά. Μπήκε πρώτα στο μαγαζί με τα χρώματα.
_ Καλημέρα κύριε Γιώργο. Τι κάνεις ;
- Γειά σου φίλε, καλά.
- Καλές δουλειές και γερός να είσαι. Κύριε Γιώργο το παιδί μου είναι μπογιατζής. Να σου αφήσω μια καρτούλα, ένα τηλέφωνο, είναι πολύ καλό και καθαρό παιδί. Να του βρούμε λίγο δουλειά κύριε Γιώργο..
- Ντάξει φίλε, άσε εκεί τη κάρτα, φχαριστώ , κάτι θα γίνει. Έλα Μάκη ; Πες να μου βάλουν άλλα 12. Σήμερα ναι ;
- Καλές δουλειές, να είστε καλά κύριε Γιώργο.
Ο Loni έτεινε το χέρι για να χαιρετήσει. Πέρασαν δυό δευτερόλεπτα αμηχανίας και το ξαναμάζεψε. Πίσω. Δεν πείραζε και τόσο. Πάει καιρός που η περηφάνια δεν ήταν προτεραιότητα. Οι χειραψίες ήταν απούσες σε αυτή τη μεριά του πλανήτη όταν είσαι εμφανώς κατώτερος.
Βγήκε και μπήκε στο διπλανό κουρείο.
- Καλές δουλειές, καλημέρα κύριε Αναστάση.
- Γειά σου μεγάλε !
- Όλα καλά ;
- Σκατά μεγάλε , τα ξέρεις.
- Κύριε Αναστάση χρειάζεσαι στην οικοδομή κανέναν να καθαρίσει ; Το παιδί είναι άνεργο κύριε Αναστάση. Νέο παιδί. Κάτι να βρούμε για να μη ζητιανεύει. Δουλειά.
- Μη κουνιέσαι ρε Μάκη, θα σε κόψω. Μεγάλε καλημέρα, καλημέρα.
- Να είστε καλά κύριε Αναστάση.
Πήγε να απλώσει το χέρι. Είδε του αλλουνού με ψαλίδια, σκιάχτηκε. Πως έχουν γίνει έτσι. Δεν κοιτάνε κανέναν στα μάτια ; Κανέναν ; Βγήκε.
Τρίτο μαγαζί στη σειρά ήταν το supermarket του Θανάση. Ο Loni αποφάσισε να ψωνίσει ζάχαρη για να πιάσει κουβέντα. Καλημέρισε..
- Κυρ Θανάση πως είσαι ;
- Καλά, καλά, τα ίδια κυρ Λεωνίδα. Έτσι δε σε είπαμε ;
- Δε πειράζει, Loni είναι, να ‘σαι καλά που με θυμάσαι πάντα.
- 80 λεπτά, θέλεις τίποτες άλλο ;
- Όχι, σήμερα μόνο αυτό κυρ Θανάση, συγγνώμη. Ξέρεις ο γιός μου
- Λεωνίδα μη μ’ αρχίζεις πάλι το τροπάρι πρωί πρωί, εδώ τα παιδιά μου δεν έχουνε δραχμή, εσείς τι περιμένετε σ’ αυτόν τον σκατότοπο ; Και με δυό πτυχία το καθένα μεγάλε.
- Πρώτα ο Θεός κύριε Λεωνίδα, έχει για όλους, τα δικά σου έχουν όλη αυτή τη μαγαζάρα, ένα ψωμί καλό να βγάλουνε πιστεύω…
- Μαγαζάρα, μαγαζάρα, άμα δε πάμε φυλακή, άσε με ρε φίλε. Άμε να κάνουμε καμιά δουλειά, δε βγαίνει άκρη με τις κουβέντες.

Ο Loni πέρασε τρεις ώρες γεμάτες καλημέρες με απλωμένα χαμόγελα και ματαιωμένες χειραψίες. Τα δόντια του ήταν κατάλευκα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μιλούσε καλά Ελληνικά, χωρίς αποτέλεσμα. Είχε πολύ καλή διάθεση, είχε εκείνη τη γλύκα που μεταδίδει ένας άκακος και πράος ηλικιωμένος που εννοεί τις καλημέρες του. Χωρίς αποτέλεσμα.
Κάθισε στις 2 σε ένα κουτσουλημένο παγκάκι βάζοντας μια εφημερίδα για να φυλάξει το καθαρό παντελόνι. Παρατήρησε τους Έλληνες. …
Πήγαιναν και έρχονταν θυμωμένοι. Αυτό ήταν. Υπήρχε κάποιος λόγος που ήταν θυμωμένοι σήμερα. Συμβαίνουν αυτά. Δεν έβλεπε τηλεόραση ο Loni αλλά ήξερε τα νέα από τις φάτσες των ανθρώπων. Πρέπει να ήταν πολύ πολύ άσχημα, τα νέα τώρα τελευταία.
Κάποια στιγμή είδε τον Γεωργιανό στο απέναντι παγκάκι. Ο Γεννάδιος ήταν γείτονας και έτρεφαν αμοιβαία εκτίμηση και επίγνωση της μεγάλης φουρτούνας που περνούσε η δική τους γενιά απόκληρων από τον τόπο τους. Ο Γεννάδιος του έγνεψε να έλθει για κουβέντα.

- Τι κάνεις σήμερα ; είπε ο Loni.
- Είναι πολύ καλύτερα τα πόδια μου. Και η κυρα Ζβετλάνα ετοιμάζει κάτι που μου έχει σπάσει τη μύτη. Βγήκα γιατί δε μπορώ να περιμένω.
- Τι έχουν πάθει αυτοί εδώ ;
- Έρχεται το Δ.Ν.Τ. λέει. Θα τους βάλει να κάνουν οικονομίες. Δεν είναι μαθημένοι αυτοί.
- Οι μπαμπάδες τους δεν είναι που ήταν πρόσφυγες σε όλο τον κόσμο ;
- Οι παππούδες τους. Αλλά από τότε πήγανε μπροστά. Μπήκαν στην ΕΟΚ. Τώρα ακόμη και στην Αμέρικα μπαίνουν για βόλτα. Πήρανε σπίτια και εξοχικά, πήρανε δάνεια πολλά, είναι πιο λεύθεροι, έτσι λένε.
- Τι να σου πω. Δε μου φαίνονται και τόσο ξεβολεμένοι. Από τον τρόπο που κινούνται θέλω να πω, ούτε λεωφορείο δε παίρνουν οι πολλοί. Δεν μπορείς να περάσεις στη πόλη από τα στριμωγμένα αυτοκίνητα.
- Τι τα θέλεις Loni, ο άνθρωπος κοιτάζει πάντα ομπρός. Εσύ πως είσαι ;
- Πάω καλύτερα. Έχω πάρει δυό σκάλες και ένα θυρωρείο το βράδυ, θα τα καταφέρω. Μου λείπει πολύ η άτιμη. Έφυγε ξαφνικά, Αυτό είναι το μαράζι μου. Μα έχω να σκέφτομαι το παιδί. Και έχω λίγους φίλους.
Ο Loni σηκώθηκε και έπιασε να γυρίζει από το απέναντι πεζοδρόμιο.
Αυτή τη φορά αποφάσισε να κοιτάζει στα μπαλκόνια των πρώτων ορόφων αυτού του στενού πνιγερού δρόμου. Ήταν γεμάτα πράες φυσιογνωμίες.
- Γειά σου Loni. Να σου πετάξω ένα γαρύφαλλο ;
- Γειά σου και σένα κυρα Λένη. Ήρθε η κόρη σήμερα ;
- Όχι, ούτε σήμερα ούτε χθες. Έχει τα ζόρια της κι αυτή. Μα δε την κακίζω. Ανέβα να σου κάνω καφέ.
- Ευχαριστώ, πρέπει να γυρίσω. Να ‘σαι καλά κυρα Λένη.
Δε πρόκανε να κάνει δυό βήματα και ξανάκουσε το όνομά του.
- Ε Loni , πάνω μας θα πέσετε πάλι στα προκριματικά.
- Τι κάνεις κυρ Μανώλη ; Κολλημένος με τη μπάλα είσαι ;
- Τέσσερα θα σας ρίξουμε αυτή τη φορά. Και θα κεράσω μπύρες.
- Κέρνα εσύ τις μπύρες και τα πειράγματα κι ας φάμε και οχτώ.
Περπάτησε λίγα τετράγωνα παρατηρώντας τους ηλικιωμένους πάνω στα στενά μπαλκόνια αυτής της ζωντανής πόλης. Άλλος πότιζε γλάστρες κι άλλος τάϊζε με στοργή τα περιστέρια. Καθείς με την παρηγοριά του. Μοναχά ένα κοινό χαρακτηριστικό είχανε αυτοί οι απόκληροι της ζωής. Έδιναν απλόχερα χαμόγελα και καλημέρες. Μέσα στη μοναξιά τους την οποία μόνο αυτοί μπορούσαν να περιγράψουν και να αποτιμήσουν, ήταν πάντα έτοιμοι να μοιράσουν λίγη καλή διάθεση και ένα πρώτα ο Θεός.
Ο Loni έπιασε να μοιράσει τις υπόλοιπες κάρτες του παιδιού. Πάλι.
Δεν λύγισε η θέλησή του μέχρι που σουρούπωσε. Μετά γύρισε στο μικρό δωμάτιο για να περιποιηθεί τα ρούχα του. Η Τριζέλα τον περίμενε δίπλα στο παράθυρο. Το μάτι του πήγε κάτω στο δρόμο. Μια γριά πείραζε τα περαστικά μωρά για να τα κάνει να χαμογελάσουν. Ο κόσμος γύρευε ένα δείγμα χαράς με κάθε τρόπο. Μια φάτσα μωρού έφτανε για μια μέρα… Έχετε προσέξει πως κοιτάνε οι γριές μέσα στα καρότσια με μωρά ; Ξέρετε γιατί ; Για να πάρουν κουράγιο ότι η γκριμάτσα ενός αυθόρμητου γέλιου δεν έχει εκλείψει εντελώς από το ρεπερτόριο των συνανθρώπων.
Ο Loni άνοιξε το ράδιο και κάθισε στην Τριζέλα του. Το τσιγαράκι τώρα θα συνόδευε το κατευόδιο σε μια αποδοτική μέρα. Είχε μοιράσει εκατόν πενήντα κάρτες. Τη Δευτέρα θα ερχόταν ο γιός του να τον δει. Έπρεπε να φτιάσουν κι άλλες. Θα τον πάρει αύριο τηλέφωνο.
Γύρισε και κοίταξε την κυρά Λενιώ του στο κάδρο. Της είπε λίγα τρυφερά για να τη καθησυχάσει. Εκείνη έπρεπε να κοιμάται ήρεμη.
Σουρούπωσε περισσότερο. Έξω μόνο. Ο Loni Bolano από τους Άγιους Σαράντα σήκωσε τα χέρια σε μια δοξολογία στο Θεό. Ζήτησε κουράγιο και ευχαρίστησε για το πιάτο το φαϊ που σιγόβραζε. Αύριο πάλι μέρα θα ‘ναι. Καλημέρα. Και ίσως αυτοί οι Έλληνες να ξυπνήσουν καλύτερα. Πρώτα ο Θεός. Υπομονή χρειάζονται και κατανόηση όλοι. Και οι Αλβανοί και οι Έλληνες. Έχουν τις εμμονές τους, έχουν τα ποθημένα τους, έχουν στο μυαλό τους άλλα πράματα. Μα θα τα φέρει η τύχη για όλους. Αύριο πάλι με χαμόγελο στο δρόμο. Γερός να είμαι. Εγώ και το παιδί μου.
Πρώτα ο Θεός.

Παρασκευή, Μαΐου 14

Το χάσαμε το κορμί πατριώτες



Πάει κι αυτό το εγχείρημα. Πάνω που είχαμε αρχίσει να βλέπουμε αποτελέσματα, πενιχρά αλλά ελπιδοφόρα. Γιατί στην προσπάθεια επανα- προσέγγισης με τις γυναίκες συμβαίνει ότι συμβαίνει και στο αδυνάτισμα . Τα πρώτα βήματα είναι τα εύκολα. Η ουσιαστική νίκη είναι τα δεύτερα και τα τρίτα. Είναι ζήτημα επιμονής και καλής ψυχολογίας.
Λοιπόν, με τη γυναίκα της γενιάς μας τώρα αρχίζουν τα παλούκια.
Πάνω που είχε αρχίσει να αγαπά τη θηλυκή της μεριά, και αφού χρειάστηκε να καούν δυο γενιές ανδρών και εκατομμύρια εργατοώρες επίμονης και ευφάνταστης εργασίας πάνω στη στήριξη και τόνωση των θηραματικών αντανακλαστικών της, η σύγχρονη γυναίκα έρχεται τώρα αντιμέτωπη με την πραγματική διάσταση της ισότητας των δύο φύλων. Αυτή που θα περάσει πάνω της σαν οδοστρωτήρας και θα τη μετατρέψει οριστικά σε αρσενικό.
Σύνταξη στα εξήντα πέντε. Ανεργία στους νέους πτυχιούχους στο 40%. Εργασιακά δικαιώματα πίσω στο μεσαίωνα. Καταναλωτική δυνατότητα πίσω στην μεταπολεμική αγορά. Πιστοληπτική ανοχή μηδενική. Και το κυριότερο από όλα : Εκμηδενισμός των κινήτρων για μητρότητα.
Ας μπούμε στα παπούτσια μιας τριανταπεντάρας μέσης δημοσίου υπαλλήλου. Είχε ήδη μερικές ιστορίες αποτυχίας στη πλάτη της. Είχε ρευστοποιήσει την ακαδημαϊκή της προσπάθεια με μια καρέκλα πίσω από ένα γραφείο από μελαμίνη, είχε ήδη βαρεθεί να ψάχνει κάθε πρωί που θα χώσει το απαστράπτον vintage mini όχημά της για να μην αργήσει στη δουλειά, είχε φάει ήδη όλες τις φόλες του συστήματος, από την αχρείαστη καισαρική στη γέννα της μέχρι τη γελοιοποίησή της σε κάθε της συναλλαγή με τη γραφειοκρατία, είχε αναγκαστεί να ανέχεται τη συγκατοίκηση με κρετίνους οικοπεδούχους στο χρυσοπληρωμένο τριάρι της και όλα αυτά δεν την είχαν εντελώς καθηλώσει. Αντίθετα, μέσα από τις μικρές χαρές των καταναλωτικών της εξορμήσεων με την κάρτα του ανύπαρκτου πλαστικού χρήματος, μέσα από συναναστροφές με τις άλλες δήθεν επιτυχημένες και μέσα από τα κίβδηλα όνειρά της για την απόκτηση του ξεχωριστού εξοχικού της στη Χαλκιδική πορευόταν και μάλιστα αρκετά αξιολάτρευτη για να περάσει απαρατήρητη από τους άντρες των φιλενάδων της.
Και τώρα ; Έρχεται η προαναφερθείσα λαίλαπα να της αφαιρέσει όλα τα κίνητρα της επιβίωσής της μέσα στο πρότυπο που είχε διαμορφώσει. Ολίγον εργαζόμενη, ολίγον μητέρα, ολίγον σύζυγος, ολίγον ιδιοκτήτρια, πολύ καταναλώτρια, ολίγον οικολόγα, πολύ προβληματισμένη, ολίγον ψαγμένη και εντελώς παρορμητική. Το διαβάζετε τελευταία φορά το προφίλ αυτής της γυναίκας που περπατούσε λικνίζοντας τα κάλλη της και χωρίς σύνδρομα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο του πόθου σας, φίλοι μου. Έχει καταδικαστεί σε αφανισμό.
Ας μπούμε στα παπούτσια μιας τριανταπεντάρας της αυριανής μέρας που η μάνα της θα τη βλέπει και θα της λέει σε κάθε τηλεφώνημα την περιβόητη φράση « στα ‘λεγα εγώ αλλά που να ακούσεις » .. Πτυχιούχος που το εισόδημά της έχει κατεβεί σε επίπεδα κουλουρτζή, με παιδιά που θα τα σπουδάζει μέχρι τα τριανταπέντε τους για να πάρουν σειρά για τα δικά τους σαρράντα χρόνια ασφάλισης, με αφεντικά μουτρωμένα, έτοιμα να απειλήσουν άμμεσα με διαολόστελμα σε κάθε αμέλεια, με το αμάξι τους να ζητάει βενζίνη-φωτιά σαν λάμια, με την τράπεζα να τηλεφωνεί και να της ρίχνει το πιστωτικό όριο, με τα μαγαζιά να παραπαίουν και τα ράφια στη Τσιμισκή πίτα στα περυσινά, με τις πλαστικές εγχειρήσεις σε δυσθεώρητα ύψη, με τον σύζυγο να αποκλείει την αγορά του εξοχικού για τα επόμενα 16 χρόνια, με τα τριήμερα στο Λονδίνο τριήμερα στην Παναγία Σουμελά. Πάρε τώρα μια τέτοια γυναίκα και προσπάθησε να της μιλήσεις για την κομψότητα της θηλυκότητας, για τον προορισμό της να δέχεται την επίμονη πολιορκία σου και τα αισιόδοξα υπονοούμενα σου κάθε φορά που την κερνάς ένα ποτό Παρασκευιάτικα και επιμένεις να γυρίσετε εγκαίρως στο σπίτι, πριν καταρρεύσετε κι οι δυό από τη νύστα. Ερε, καημένοι αρσενικοί, ερε κυνηγοί της ουτοπίας, πρέπει να σας πω ότι δυστυχώς, μετά τις τελευταίες εξελίξεις…
Το χάσαμε το κορμί πατριώτες…

Κυριακή, Μαΐου 9

Του Φώτη η κακιά στιγμή



FOTIMIX FORUM 2010

Ο Φώτης ήταν κακός μαθητής. Αλλά ως εκεί. Είχε τις επιρροές των γειτόνων του που δεν ήταν οι καλύτερες και δεν είχε λάβει και την κορυφαία ανατροφή από τότε που γνώρισε τον μάταιο τούτο κόσμο. Η μάνα του ήτανε κομμώτρια και τα βράδια άφηνε το παιδί στο σπίτι μόνο με τις ώρες για να συμπληρώνει εισόδημα δουλεύοντας εδώ και κει. O Φώτης δεν μπορούσε να αντισταθεί σε δυό πράγματα: Στο γεμάτο ψυγείο και στα ξεχασμένα λεφτά στις τσέπες της μαμάς του. Ο Φώτης ήταν κρίμα. Αλλά ως εκεί.

Πρέπει να ήταν στην τρίτη ώρα εκείνης της αποφράδας μέρας στο σχολείο του μικρού Φώτη. Απρίλιος ήτανε και είχε γύρη στον αέρα. Ο Φώτης ήξερε το μάθημα και καθόταν με σηκωμένο το χέρι με την ελπίδα να τον σηκώσει η δασκάλα για να κάνει επιτέλους μια καλή εντύπωση. Και τότε, έτσι όπως ήταν χαλαρός ένιωσε μια φαγούρα μέσα στα μάτια, στα μάγουλα και άρχισε να κουνάει τα ρουθούνια του γύρω γύρω. Μπορούμε να πούμε ότι ο μικρός έκανε όλα τα απαραίτητα για να το αποφύγει. Δε μπόρεσε…
Το φτάρνισμα του Φώτη συνοδεύτηκε από ένα ταρακούνημα σε όλο το κορμάκι του και μια ετοιμόρροπη μύξα πετάχτηκε πάνω στο λευκό τετράδιό του. Κανείς δεν έδωσε εκείνη την ώρα και τόση σημασία.
Όταν η δασκάλα μάζεψε τα τετράδια και τα πήγε στο γραφείο δεν έψαξε όλες τις σελίδες για μύξες. Το θεώρησε υπερβολικό.
Όταν ο διευθυντής έστειλε στην διεύθυνση πρωτοβάθμιας το πακέτο με τα τυχαία διαλεγμένα τετράδια της Δ’ Δημοτικού για να γίνει η ετήσια δειγματοληψία της επιθεώρησης δεν έψαξε σελίδα σελίδα το υλικό. Το θεώρησε εξαντλητικό.
Όταν από το υπουργείο εθνικής παιδείας επιλέχτηκαν ένα δυό τετράδια για να σταλούν στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο για το καθιερωμένο τετραετές φόρουμ εκπαιδευτικών συστημάτων, η βοηθός στο υπουργείο είχε έμπνευση και τα τετράδια του Φώτη πήρανε την πρώτη θέση πάνω στο δέμα ως πιλοτική περίπτωση.

Πρέπει να ήταν Άνοιξη στις Βρυξέλλες και κανείς δεν είχε φανταστεί τη σειρά των εξελίξεων γιατί έξω από τα παράθυρα η φύση οργίαζε. Πάνω στο τραπέζι του επίτροπου εκπαίδευσης το τετράδιο του Φώτη ήταν ανοιγμένο στη χειρότερη σελίδα και ο επίτροπος, ο δύστυχος επίτροπος, είχε κάνει μερικά βήματα πίσω και είχε κολλήσει την πλάτη του στο τοίχο με τη μωβ ταπετσαρία. Το χρώμα της ταπετσαρίας δεν μας ενδιαφέρει αλλά προσέξτε… ήταν προάγγελος των εξελίξεων. Καμιά φορά πρέπει να δίνετε βάση στις λεπτομέρειες που σας αφήνω εδώ και εκεί.

Η σειρά των γεγονότων τώρα επιταχύνεται γι αυτό αν κάνετε δυό δουλειές μαζί, π.χ. αν περνάτε χανσαπλάστ στο δάκτυλό σας και ταυτόχρονα διαβάζετε το κείμενό μου καλύτερα δώστε εδώ λίγη αποκλειστικότητα. Τελειώνετε με το γαμημ.. το χανσαπλάστ.

21 Απριλίου 2010. Στην έδρα της ΕΟΚ στις Βρυξέλλες.
Το λόγο έχει ο επίτροπος εκπαίδευσης των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων και γίνεται ταυτόχρονη μετάφραση σε 20 γλώσσες μεταξύ των οποίων η Σουαχίλι.
Madame e messier… θα συνεχίσω στα ελληνικά εδώ.. η ευρωπαϊκή επιτροπή έλαβε τα ακόλουθα μέτρα.
• Μετά από ολονύχτιες συνεδριάσεις δυό εβδομάδων και με την σύμφωνη γνώμη των εθνικών κοινοβουλίων θεσπίζεται μόνιμη τράπεζα ανάλυσης μύξας με έδρα το Μάαστριχτ και με τα δέοντα κονδύλια για να αποφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
• Στην Ελλάδα χορηγείται πενταετής περίοδος χάριτος κατά την οποία τα συναχωμένα παιδιά της αντί να εκτελούνται επιτόπου θα εγκλείονται σε άσυλο.
• Η Ευρωπαϊκή επιτροπή αναλαμβάνει με εθελοντές την μόνιμη περιοδική δειγματοληψία από τις σχολικές αίθουσες στην ύποπτη αυτή χώρα του Νότου.
• Η Ευρωπαϊκή επιτροπή λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τη γνωμοδότηση του Χημείου της Λιόν αποφαίνεται ότι η μύξα του μικρού Πασκουάλ από τη Βαλένθια ουδεμία συγγένεια φέρει με τα συμπτώματα του Fotis και με βάσει αυτό το πόρισμα δηλώνει απερίφραστα ότι η Ισπανική περίπτωση δεν είναι όμοια με την Ελληνική.
• Όλες οι χώρες της ευρωζώνης δηλώνουν την βούλησή τους να καταπολεμήσουν με ελέγχους στην αλληλογραφία και τα τελωνεία τους την εξάπλωση του ελληνικού κακαδιού στην ευρωπαίκή επικράτεια.
• Στην Βουλγαρία που εξέδωσε ταξιδιωτική οδηγία θα συνιστούσαμε να μαζέψει άμεσα τα 3500 παιδιά με τα μπουκάλια azax από τα ελληνικά φανάρια και να τα προωθήσει σε άλλες υγειέστερες περιοχές της ευρω- παϊκής επικράτειας για προληπτικούς λόγους.
• Στην Ελλάδα προωθούνται ήδη από σήμερα επόπτες φταρνίσματος που σε συνεργασία με τα αρμόδια κοινοτικά όργανα θα σημαδεύουν τα παιδιά με τις πιο κόκκινες μύτες τοποθετώντας ειδικά τσιπ εντοπισμού τους από το δορυφορικό μας σύστημα KILLMIX.
• Το συμβούλιο έχει ήδη συγκαλέσει παγκόσμια διάσκεψη με την επωνυμία FOTOMIX FORUM 2010.

Τότε , εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο επίτροπος ένιωσε μια μικρή φαγούρα στα μάτια και στα μάγουλα, στριφογύρισε λίγο τη μύτη και προσπάθησε να πνίξει ένα μικρό φτάρνισμα. Εσκυψε, φταρνίστηκε μουλωχτά μακριά από το μικρόφωνο και συνέβη αυτό που η συμπαντική κοινότητα θα θυμάται για πάντα. Μια ετοιμόρροπη μύξα τινάχτηκε από τη μύτη του Irvensen προς το μόνιτορ και προσγειώθηκε πάνω στις οθόνες όλων των έντρομων κατοίκων του πλανήτη. Ένα χυμώδες σημαδάκι έκρυψε το σήμα του CNN στις γωνιές εκατομμυρίων οθονών. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα στο U-TUBE οι πολίτες είχαν καταγράψει απίστευτες λεπτομέρειες από την πτήση του Σουηδικής προέλευσης κακαδιού που τεκμηρίωνε την παγκόσμια εξάπλωση του ιού FOTIS.

Θα ήταν τέλη Απριλίου σε εκείνον τον απίστευτο μικρό πρώην πλανήτη με το όνομα earth όταν ξεκίνησαν όλα. Σήμερα οι πολίτες της Ανδρομέδας αλλά και όλων των όμορων πλανητών ξέρουμε ότι ποτέ μα ποτέ δεν πρέπει να παίρνεις αψήφιστα τους Έλληνες.

Υ.Γ. Το κείμενο δεν αντανακλά την σοβαρότητα της κατάστασής μας. Λέγω απλώς ότι η παγκοσμιοποίηση πρέπει να ψηλαφίσει επειγόντως και τα όριά της.

Πέμπτη, Μαΐου 6

Και τώρα τι κάνουμε ;



Όταν τα γεγονότα ξεπερνούν την κοσμοθεωρία μας ; Όταν μένουμε με ανοικτό το στόμα από τις εξελίξεις ; Όταν αυτά που θεωρούσαμε ως ηθικές και πνευματικές κατακτήσεις ξαναμπαίνουν στο αμόνι των ανατροπών ;
Άνθρωποι κάψανε ανθρώπους δίπλα στην πόρτα μας. Άλλοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να λυντσάρουν όποιον βρούν εμπρός τους. Ακόμη και οι λαλίστατοι Μ.Μ.άνθρωποι βούλωσαν στιγμιαία το στόμα τους και παίρνουν απορημένες τραγικές εκφράσεις στο γυαλί.
Και τώρα τι κάνουμε ;
Να το σκεφτούμε λίγες μέρες ; Η απάντηση θα καθορίσει τόσα πολλά...



..η συνέχεια είναι στο φούρνο. Καλύτερα να είναι καλοψημένη, αισθάνομαι..

Κυριακή, Απριλίου 25

Κοίτα μαμά, το μόνο που δεν έχουνε είναι παπούτσια !




- Patrick come here my boy, we’ve got to leave this place. They ‘re about to close.
- Mummy just a little bit more, I adore them, mummy.
- Three minutes baby, otherwise I’ m leaving you among them !
Η Σάρα ήταν βέρα Λονδρέζα. Αυτό της προσέδιδε μερικές ιδιαίτερες ικανότητες, όπως για παράδειγμα μια παροιμιώδη υπομονή με τις ιδιορρυθμίες του παιδιού της. Μπορούσε να το περιμένει με τις ώρες κάθε απόγευμα στο παγκάκι απέναντι από τις μαϊμούδες του ζωολογικού πάρκου του Λονδίνου. Παρ’ όλα αυτά, η εμμονή του Patrick με αυτά τα διασκεδαστικά κοντόχοντρα ζώα της προξενούσε μια αδιόρατη δυσφορία. Υπήρχαν τόσα άλλα ενδιαφέροντα σε εκείνον τον κήπο. Η Σάρα ένιωθε άβολα και αποφάσισε να το κάνει θέμα το βράδυ στο σπίτι.
Άνοιξε για λίγο ακόμη την εφημερίδα του πάρκου για να σκοτώσει μερικά λεπτά. Η υπομονή της είχε σχεδόν εξατμιστεί. Στο δελτίο νέων του ζωολογικού κήπου διάβασε το άρθρο της εβδομάδας…

Θέμα: Αναμόρφωση μαϊμούδων-κλεφτών... κινητών σε πάρκο του Λονδίνου

Τη λύση φαίνεται πως βρήκαν οι υπεύθυνοι του Ζωολογικού Πάρκου του Λονδίνου, στο πρόβλημα που είχε προκύψει από την πρόσφατη αλλαγή του καθεστώτος εγκλεισμού των μαϊμούδων Squirrel. Συγκεκριμένα, ο νέος τρόπος αυτός προβλέπει μεγαλύτερη ελευθερία στα συγκεκριμένα ζώα αφού δεν είναι πια κλεισμένα σε κλουβιά, σε μία ασφαλή απόσταση από τους επισκέπτες αλλά, αντίθετα, πλέον οι επισκέπτες έχουν την δυνατότητα να περνάνε μέσα από τον χώρο στον οποίο φυλάσσονται τα συμπαθή θηλαστικά, ο οποίος είναι μια πιστή αντιγραφή βολιβιανού δάσους, να έρχονται σε επαφή μαζί τους και, φυσικά, να τα φωτογραφίζουν ή να τα βιντεοσκοπούν με τις φωτογραφικές μηχανές των κινητών τηλεφώνων τους.

Ωστόσο οι μαϊμούδες, εντυπωσιασμένες από τα δυνατά φώτα και τους ήχους των κινητών τηλεφώνων των επισκεπτών, πολύ συχνά τους τα έκλεβαν με ιδιαίτερη μάλιστα ευκολία, μιας και η έκπληξη των επισκεπτών από την τόσο κοντινή επαφή με τα ζώα αυτά, μαγνήτιζε το ενδιαφέρον τους, με αποτέλεσμα να μην προσέχουν τις... ύποπτες κινήσεις τους. Η λύση στην οποία κατέληξαν οι υπεύθυνοι του Πάρκου, ήταν να χρησιμοποιήσουν μια κολλώδη και δυσάρεστη για τις μαϊμούδες ουσία σε κινητά τηλέφωνα που δεν χρησιμοποιούνταν, με αποτέλεσμα οι μαϊμούδες να μην συνεχίσουν τις... κακές τους συνήθειες.

«O νέος, άνευ εμποδίων, εγκλεισμός σημαίνει πως οι μαϊμούδες είναι πιο κοντά στους επισκέπτες», δήλωσε εκ μέρους της Ζωολογικής Κοινότητας του Λονδίνου, ο κ. Malcolm Fitzpatrick. «Είναι σημαντικό τα ζώα να διατηρήσουν την φυσική τους συμπεριφορά και το να τα εκπαιδεύσουμε να μην παίρνουν τα τηλέφωνα των επισκεπτών ήταν απαραίτητο για να το επιτύγχουμε αυτό.» Πάντως, ο κ. Fitzpatrick πρόσθεσε πως «...έχουν επιστρέψει στα χόμπι τους, δηλαδή στον ύπνο και το φαγητό.»


- Patrick, it’ s time baby. Get up, get up now. I’m calling your dad…
- Ok, coming…

Ο μικρός σηκώθηκε απρόθυμα από το χόρτο και αφού πέταξε το τελευταίο καραμελάκι στην μικρή μαϊμού έτρεξε προς την μάνα του.
Η ταμπέλλα δίπλα στο παγκάκι ήταν ιδιαίτερα αυστηρή για να της δώσει οποιαδήποτε σημασία ένας δωδεκάχρονος αντιδραστικός μπόμπιρας :
ΜΗΝ ΤΑΪΖΕΤΕ ΤΑ ΜΑΪΜΟΥΔΑΚΙΑ, ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΊΤΕ ΕΘΙΣΜΟ.

Η Σάρα έπιασε με σχετική βιασύνη το χέρι του μωρού και το τραβολόγησε προς την έξοδο του πάρκου. Ήταν 6.30 απόγευμα. Έβγαλε το κινητό από τη πιο βαθειά της τσέπη, το κοίταξε με αγαλλίαση και σχημάτισε το νούμερο του άντρα της.

- Peter, darling, how is it going down there ?
- Sorry Sara, I’m on a meeting, calling you back in half….

O Peter Downing είχε σπουδάσει μακροοικονομία και πολιτική ως υπότροφος του Βασιλικού Συμβουλίου και υπήρξε για την Σάρα ένα αποκαλυπτικό κελεπούρι μετά το άβολο διαζύγιο με τον Γάλλο ποδοσφαιριστή της City Ερίκ Καντονά. Για την βρετανίδα κουκλάρα, ο μόνος τρόπος να ασχοληθούν με κάποιον άλλον καυγά τα tabloids ήταν να αποσυρθεί από την πιάτσα των φωτομοντέλων και ο Peter υπήρξε μια βελούδινη απόσυρση αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Το μόνο που την τσάτιζε ήταν ότι ο γιός τους πήρε όλα τα κουσούρια του μπαμπά, μια τεράστια προσήλωση στη λεπτομέρεια με ότι αντικείμενο καταπιανόταν και ο μικρός εδώ και δυό μήνες είχε καταπιαστεί με τις μαίμούδες. Anyway..
Πήρε από το χέρι το παιδί και σταμάτησε το πρώτο ταξί. Αποφάσισε να του δώσει μια ευκαιρία να της εξηγήσει…
- Πάτρικ μπορώ να δω τι γράφεις τόσες μέρες σχετικά με τα ζώα ;
- Με τις μαϊμούδες μαμά, όχι με τα ζώα γενικώς… Να μου έχουν κάνει εντύπωση μερικές συνήθειές τους, αυτό είναι όλο…
Ο μικρός έκανε νόημα στη Σάρα να δει το τετράδιό του. Και η Σάρα προσηλώθηκε στο διάβασμα. :
« Μου κάνει εντύπωση η ελευθερία τους. Δεν μπορώ να διακρίνω κάποια ιδιαίτερη ιεραρχία, ούτε τυπολατρεία, ούτε ένα σύστημα συμπεριφοράς όπως αυτό που έχω παρατηρήσει σε άλλες αγέλες, στα κριάρια, στα λιοντάρια και κυρίως στα πρόβατα. Τα πρόβατα έχουν την πιο ξεκάθαρη τακτική. Αρκεί να τους δείξεις τον μπροστάρη μια φορά στα τέσσερα χρόνια και τραβάνε πειθήνια από πίσω του για όποια κατεύθυνση αυτός υποδείξει.
Σ’ αυτά εδώ τα αστεία ζώα δεν μπορώ να παρατηρήσω κανένα σύστημα αξιών. Μερικά τρέφουν τα παιδιά τους και τα κουβαλάνε στη πλάτη μέχρι να γεράσουν. Άλλα κάνουν παιδιά και δεν τα αναγνωρίζουν ούτε σαν μωρά. Μερικά από αυτά τα δίποδα είναι ξαπλωμένα σε μια βολική θέση όλη τη μέρα και το μόνο που κάνουν είναι να χασμουριούνται. Δεν επιδιώκουν ούτε να φάνε ούτε να γαμήσουν. Μερικά είναι εξαιρετικά ενοχλητικά. Προσπαθούν να γαμήσουν οτιδήποτε, ακόμη και τις γυναίκες άλλων ειδών, επισκεπτών ή περαστικών από την περιοχή τους.
Και είναι και κάτι άλλο… όλη τους τη ζωή, όλος ο πληθυσμός, εποφθαλμιά και επιδιώκει την ανέλιξη στη καλύτερη θέση στον ήλιο, στη κορυφή του βράχου ανεξάρτητα από το αν έχει οποιαδήποτε προσόντα για να την κατοχυρώσει. Περνούν όλη τους τη μέρα μαλώνοντας για να αλλάξουν αρμοδιότητες και θέσεις στην αγέλη. Αν έπρεπε να ρωτήσεις για να τοποθετήσεις μια ταϊστρα σε ένα μέρος του κλουβιού θα έπρεπε να συνεννοηθείς και με τις εκατόν είκοσι τρεις μαϊμούδες για το σημείο.
Είναι παντελώς αδύνατον να λειτουργήσουν με δομή και αξιοκρατία. Θέλω να πω, δε θα έπρεπε να διαλέξουν έναν αρχηγό για να φροντίζει για τα βασικά ; Είναι δυνατόν να έχουν όλοι την ίδια βαρύτητα λόγου και ισχυρή γνώμη επί παντός επιστητού ;
Φαντάσου 16 εκατομμύρια Βρετανούς να προπονούν την εθνική Αγγλίας ; Τι σύστημα θα έπαιζε η ομάδα ;»


- We ‘re already here mum ! Is all right to the left side ?
- Sorry. It’s perfect. Here you are. Keep the change please.
H Σάρα κατέβηκε από το ταξί και κοίταξε παραξενεμένη το γιό της. Είναι φυσιολογικό για ένα δωδεκάχρονο να ασχολείται με κοινωνική ανθρωπολογία εφαρμοσμένη πάνω σε παρατηρήσεις σε μαϊμούδες ;
Κοίταξε άλλη μια φορά το κινητό. Όπου να’ ναι θα την έπαιρνε ο …έτσι και δεν ήθελε το τηλεφώνημα να πέσει πάνω στο παιδί. Βιάστηκε να μπεί στο πέτρινο μέγαρο και παρέδωσε τον Patrick στη νταντά. Μετά για να τελειώνει και με τον άντρα της τον ξαναπήρε τηλέφωνο….
Ο Peter ενοχλημένος της είπε ότι θα μιλήσουν το βράδυ. Δούλευε…

Ο Peter Downing ήταν τώρα ο υπεύθυνος της νέας έκθεσης του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία. Και έβαζε την τελευταία πινελιά στην ξινή μακροσκελή αναφορά του προς την Ουάσιγκτον. Έσκυψε πάνω στην έσχατη σελίδα και έγραψε…

Γενικές κατευθυντήριες για την μετά το 2013 ομαλοποίηση…
Εν κατακλείδι και μετά από την τριετή περίοδο στενής εποπτείας των Ελλήνων θα έπρεπε να τους αφήσουμε να επιστρέψουν με μια σχετική ελευθερία στην ελεύθερη περιοχή συναλλαγών της Ευρωπαϊκής επικράτειας. Ο εγκλεισμός τους θα ήταν μια επιστροφή σε αναχρονιστικές τακτικές.
Παρ’ όλα αυτά, η επιδόσεις τους στις υπεξαιρέσεις επιδοτήσεων και στη συλλογή ξένων κονδυλίων χρηματισμού στελεχών δεν αναμένεται να καμφθούν. Για αυτό το λόγο προτείνω μια επάλειψη των κοινοτικών κονδυλίων με μια κολλώδη και δυσάρεστη για τους Έλληνες ουσία ώστε να πάψουν να τα εποφθαλμιούν.
Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να σταματήσουμε την ελεύθερη πρόσβαση των Ευρωπαίων επισκεπτών στην ελληνική επικράτεια. Έχουν να αποκομίσουν πολλά από την προσεκτική παρατήρηση αυτών των δίποδων. Αλλά και για τους Έλληνες δεν μπορούν να ληφθούν εξοντωτικά μέτρα.
«Είναι σημαντικό τα ζώα να διατηρήσουν την φυσική τους συμπεριφορά και το να τα εκπαιδεύσουμε να μην παίρνουν τα τηλέφωνα των επισκεπτών ήταν απαραίτητο για να το επιτύγχουμε αυτό.» Πάντως, ο κ. Fitzpatrick πρόσθεσε πως «...έχουν επιστρέψει στα χόμπι τους, δηλαδή στον ύπνο και το φαγητό.»


O Peter έκλεισε ικανοποιημένος το ντοσιέ και έτριψε τα μάτια του. Πάνω στο γραφείο το χοντρό ντοσιέ έδειχνε τον όγκο της δουλειάς που είχε ολοκληρώσει. Στο εξώφυλλο υπήρχε ένας παχύς τίτλος...
ΜΗΝ ΤΑΪΖΕΤΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ. ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΕ ΕΘΙΣΜΟ.

Σάββατο, Απριλίου 17

Πόσο μπορείς να περιμένεις ;


Αλμπέρ Καμύ ( Παρίσι 1955 ):
" Για μερικούς ανθρώπους είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην αποκτούν αυτό που δεν ποθούν."



Μήπως έχεις δει την ταινία οι δρόμοι της επανάστασης ; Μήπως διάβασες το ομώνυμο βιβλίο ; Είναι μια ιστορία που θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε σπίτι αυτού του κόσμου.
Πόσο μπορείς να περιμένεις ; Θέλω να πω, πραγματικά για αυτό που νομίζεις ότι σου αξίζει να βιώσεις, τι περιθώρια δίνεις στον εαυτό σου ;
Ξέρεις…. Αυτή την εποχή πολλά όνειρα παίρνουν μια μικρή ή μεγάλη αναβολή. Η απόκτηση σπιτιού, η σύνταξη, η τακτοποίηση εκκρεμοτήτων και η απόκτηση του περιβόητου πακέτου του αστού που λίγο ή πολύ έχει καθορίσει τις αγωνίες των ανθρώπων.
Ξέρεις έχει να κάνει με προτεραιότητες. Θέλω να πω, η δίψα για ευτυχία δεν είναι ίδια σε όλους τους ανθρώπους. Ξέρω ένα σωρό που δεν μπορούν να συνεχίσουν χωρίς να απλώνουν τις μικρές τους δυστυχίες σε ένα ευδιάκριτο σχοινί στο μπαλκόνι. Είναι οι ίδιοι που δεν κλαίνε στις χαρές γιατί όπως και στις συμφορές έχουν εκείνη την μόνιμη χαρμολύπη παρκαρισμένη μέσα από τα μάτια τους μέχρι τα βάθη του μυαλού τους.
Ξέρεις έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία. Θέλω να πω, έχει ανθρώπους που τρώνε φράουλες στο νεροχύτη από το κουπάκι πλένοντας πρόχειρα τις κόκκινες απολαύσεις ανάμεσα σε κούπες άπλυτες του καφέ και πεταμένα πιάτα. Έχει κι άλλους που όταν θέλουν φράουλες, τις ξεδιαλέγουν, τις καθαρίζουν, τις πλένουν και τις σερβίρουν στον εαυτό τους με πιρουνάκι, ψάχνοντας να κουρνιάσουν σε μια βαθειά αναπαυτική πολυθρόνα για τα καλά.
Ξέρεις έχει να κάνει με την αγωνία. Έχει ανθρώπους που για τίποτε στον κόσμο δεν μπορούν να φανταστούν τις καταστάσεις να τους ξεπερνούν. Έτσι βρίσκονται σε έναν διαρκή αγώνα δρόμου για να τις προλάβουν. Κάθε πάθημα των υπόλοιπων που το αποδίδουν ασφαλώς σε έλλειμμα προετοιμασίας , επιβεβαιώνει την εξοντωτική τους θεωρία σχετικά με την αξία της πρόβλεψης.Μόνο, να, η επιβεβαίωση ότι τα πρόφτασες όλα δεν είναι ποτέ οριστική, κάθε φορά η ζωή συμβαίνει και ξεκινάς από την αρχή..
Ξέρεις έχει να κάνει με τα υλικά που συνθέτουν την ψυχή. Υπάρχουν πολλοί που διατηρούν τεράστια αποθέματα φρέσκου ρομαντισμού και άγριας νεανικότητας από την κατασκευή τους. Υπάρχουν άλλοι που αυτές τις λέξεις τις βλέπουν και γελούν. Δεν έχει την ίδια ψυχή ο έφορος που έχει κατακλέψει το κράτος με τον κυνισμό να ξεχειλίζει από τα σχιστά μισόκλειστα μάτια του, όχι δεν έχει την ίδια ψυχή με τον ορθοπεδικό χειρούργο γνωστού νοσοκομείου της πόλης μας που έχει κάνει πάνω από 1000 άρτιες επεμβάσεις σε φτωχαδάκια αρνούμενος να πάρει ένα δώρο. Αυτά είναι γεγονότα. Θέλεις ονόματα ;
Αλλά ας αποδεχτούμε για την ευκολία ότι δεν εμφορείσαι από ψυχικές δυσλειτουργίες και ότι έχεις ένα άρτιο όνειρο : θέλω να βιώσω τα εξής 1,2,3,4,5. – Ας αποδεχτούμε ότι είσαι ένα απλό πλάσμα από αυτά που δεν υπήρξαν παραδείγματα ακραίων συγκυριών.

Επανέρχεται το ερώτημα. Πόσο μπορείς να περιμένεις ;
Έχουμε δει μητέρες στα 50, έχουμε δει πτυχιούχους στα 60 και ναι έχουμε δει αρτίστες να ξεκινούν στα 70. Η δύναμη του ανθρώπου είναι μετρήσιμη ; Είναι αντικειμενικό μέγεθος σαν και το ύψος, το βάρος ή το μήκος του ανδρικού μορίου ;

Ξέρεις έχει να κάνει με το μυαλό. Μπορείς να περιμένεις μέχρι εκείνη τη στιγμή που τα ενοχλήματα και οι τύψεις σου για όσα αναβάλλεις ξεπερνούν την βολή σου από την απραξία.Είμαστε αδρανείς από γεννησιμιού μας. Με έναν τρόπο τόσο αποστομωτικό μπορεί κάποιος να μας βάλει στη θέση μας :
« Έι φιλαράκο, έχεις όλα αυτά που σου αξίζουν και δεν έχεις εκείνα για τα οποία δεν κατέβαλλες αρκετή προσπάθεια. »
Όλα τα υπόλοιπα είναι φλούδες πάνω από τον καρπό της αυτογνωσίας. Οι ανάγκες που δεν κάλυψες είναι εκείνες που ήθελαν ξεβόλεμα για να επιδιωχθούν. Όσες συνθήκες ήταν εναντίον σου ήταν μια ενορχήστρωση από βολικές δικαιολογίες, απόδειξη ότι γύρω σου προχωρούνε πάντα κάποιοι άλλοι. Ναι, το ξέρω ότι στραβομουτσούνιασες, συγγνώμη. Μα δεν τα λέω από κακία. Ξέρεις δεν θα έμπαινα στη θέση του ενοχλητικού τύπου αν δεν σε έβλεπα να πηγαινοέρχεσαι κατσουφιασμένος σαν ένα γέρικο μπουλντόκ. Αν δε σε έβλεπα να ψάχνεις αφορμή για να μας ορμήσεις, αν δεν σε έβλεπα να τρώγεσαι με τα ρούχα σου, αν δε σε έβλεπα να έχεις εξάρσεις αδικαιολόγητου μεγέθους βάσει των γεγονότων που τις εγείρουν. Αλλά σε βλέπω. Σε βλέπω σαν γκαντέμη να φτύνεις βρισιές μέσα από τα δόντια σου !

Είναι λοιπόν η ώρα να πάρεις ένα μέτρο και να αποτιμήσεις τις δυνατότητές σου. Να αποτιμήσεις τα κανονικά μεγέθη όσων απολαμβάνεις. Να αποτιμήσεις τις πνευματικές σου δυνάμεις. Να αποτιμήσεις τις αντοχές των ψευδαισθήσεων με τις οποίες τρέφεις το εγώ σου. Να αποτιμήσεις την ανταποδοτικότητα των επιδιώξεων που γεμίζουν την ατζέντα σου.
Σε εποχές αναθεωρήσεων των αξιών σαν και τούτη που ζούμε το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να εντοπίσεις ποια είναι τα πράγματα που αποκτάς από συνήθεια. Θέλω να πω, όταν σε ρωτούν πως πέρασες τη χρονιά σου, τι είναι το πρώτο που θυμάσαι ; Δεν θα παρασυρθώ στα κλισέ… Βάλε το δικό σου το μυαλό να το σκαλίσει. Αλλά το θέμα έχει πολύ ζουμί.
Είναι επίσης η ώρα να γυρίσεις πίσω στις νεανικές σου ορμές και δεξιότητες και να αναλογιστείς ποιες από εκείνες δικαίωσες. Στα όνειρα που κάναμε παιδιά κρύβονται δυό ειδών αποφάσεις που καθόρισαν το μέλλον μας. Αυτές που προήλθαν από το στενό μας περιβάλλον ως εξωτερικές επιβολές και εκείνες που λάβαμε ακολουθώντας τις εσωτερικές μας παρορμήσεις.
Τώρα νομίζω ότι θα ήταν καλό για την φιλία μας να κάνω μια παύση. Να σε αφήσω λίγο με τον εαυτό σου.



Αν δεν είχες περάσει τόσα χρόνια σε μια σιωπηλή απόγνωση θα μπορούσα να σε αναστήσω με μια… αρνητική επανάσταση. Θα ήταν εύκολο να σου απομυθοποιήσω όλα αυτά που έπαιρνες τόσα χρόνια από συνήθεια και να σε αποδώσω στο μέλλον ελεύθερο. Αλλά τα νέα φιλαράκο μου είναι άσχημα. Τώρα είναι δύσκολο να δεχθείς βοήθεια. Τώρα τα αυτιά σου και τα αισθητήριά σου είναι εντελώς καλυμμένα από τα φίλτρα μιας κίβδηλης κοσμοθεωρίας και πρέπει μοναχός σου να τα απελευθερώσεις.

Τι, δεν ξέρεις πως ;
Να, νάτο… ξαναδιάβασέ το, γράφτηκε πρίν 60 χρόνια.

«Κι έτσι καταλήγεις να αποκτάς συνήθειες . Φτάνεις κάποια μέρα σε κατάσταση να παίρνεις χωρίς να ποθείς πραγματικά. Πιστέψτε με, για μερικούς τουλάχιστον ανθρώπους, το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μην παίρνουν κάτι που δεν το ποθούν…»

..από το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ «Η πτώση»