Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 4

Το φλυαροχώρι

 

   Έλενα, Δημήτρης, Κώστας, Νανά, Γιώργος, Θανάσης, Νίκος Ευτυχία, Βασίλης, Κατερίνα, Ιωάννης, Παρθενόπη, Ίκαρος, Τασία, Πολυδεύκης, Ευδοξία.

   Ένας από αυτούς, από τους ( top λέμε ) λαλίστατους μου είπε την κορυφαία ατάκα της ζωής μου : Δε μας χώρισε τίποτα. Μόνον η σιωπή ! Εννοούσε ότι δεν του απαντούσα… Βγήκε από πάνω ο απίστευτος ο άνθρωπος. Τελικά πάλι έφταιγα. Ποιος ήταν ; Ήταν ο πιο επιπόλαιος από τους αποτιμητές του βίου μου. Κάποιοι που βρέθηκαν σε απόσταση βολής καθώς περπάταγα, σκόπευαν προσεκτικά, και με πυροβολούσαν. Αυτός όχι. Ήταν ένα μυδράλιο που τελικά του κόλλησε η σκανδάλη. Κι έτσι κι εγώ, έμαθα να παίζω το κρυφτό.

   Είναι σχεδόν γελοίο , τόσο ευανάγνωστο, να κατανοήσει ο καθένας μας τον διπλανό του. Απλά δεν κάνει κανείς μας τον κόπο. Γιατί αν τον κατανοήσει θα πρέπει μετά να αναλάβει ευθύνες. Θα πρέπει να σκέφτεται (!) αυτά που θα πει, μήπως τον πληγώσουν. Ξέρεις τι είναι κάθε φορά πριν μιλήσεις να σκέφτεσαι σε τι συνθήκη βρίσκεται, εκείνη τη στιγμή, ο ακροατής σου ; Ε, μη τρελαθούμε κι όλας ! Αμα δε μπορεί ας φύγει.

   Αυτά. Αυτά για το φλυαροχώρι. Η κ. Βάσω Καλαντίδου έχει γράψει ένα βιβλίο. Το μουγκοχώρι. Διαμάντι. Το ερωτεύτηκα.  

   Ο λόγος που περνάω ξύπνιος τις νύχτες και κοιμάμαι βαθιά τις μέρες, σε τωρινή μου συνθήκη, είναι η ανάγκη μου προς την απόλυτη ησυχία. Την έχω κατανοήσει και ζω με αυτή. Οι παύσεις, είναι προϋπόθεση σε οποιαδήποτε σχέση στη ζωή μου. Οι παύσεις όχι όταν φεύγεις από δίπλα μου, τελικά. Οι παύσεις που θα φροντίζεις να κάνεις, καθώς παρίστασαι. Οι παύσεις που χρειάζονται για να γίνει ...διάλογος !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

   Πέρασαν φλύαροι άνθρωποι δίπλα μου. Πέρασαν κι άφησαν τις λέξεις τους στο δέρμα μου, σαν ανεξίτηλους λεκέδες, που τους πλένεις στους 80ο και, τίποτα. Μου έχουν εξηγήσει χωρίς κανένα δισταγμό όλη μου την Οδύσσεια. Ξέρουν πριν από μένα για μένα τα πάντα. Ποιος είμαι, τι σκέφτομαι, για ποιο λόγο έγινα σύζυγος, πατέρας, σύντροφος, κουμπάρος, φίλος. Τι πρόκειται να μου συμβεί και για ποιο λόγο ! Αν αγάπησα αν δεν αγάπησα, γιατί αγάπησα, γιατί ξαγάπησα. Αν πόνεσα, γιατί πόνεσα, γιατί σταμάτησα να πονώ. Ποιο ήτανε το κίνητρό μου σε κάθε βήμα μου, πριν φτάσει το πόδι μου να ακουμπήσει χάμω. Ποια ήταν η προσφορά μου σε κάθε σχέση πριν προλάβω να εδραιώσω τη σχέση και ποια θα ήταν αν η σχέση συνεχίζονταν. Για ποιο λόγο δε μίλησα, και για ποιο λόγο θα μιλούσα, αν μιλούσα, πριν πω την πρώτη κουβέντα. Δεν ξέρω τίποτα για τη δική τους Οδύσσεια. Δεν πρόλαβα να τους ρωτήσω. Ποτέ. Τίποτα. Το αφήγημά τους για τον εαυτό τους , το έχω ακούσει διακόσιες φορές. Με τις ίδιες εκατό λέξεις. Είναι αδιάβροχο, μπετόν αρμέ, δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση. Μα φυσικά. Το δικό τους αφήγημα είναι δικό τους. Γιατί να έχει κάποιος τρίτος ένσταση ;  

   Έκανα δυο διαβήματα τόσο ευανάγνωστα που ο καθένας θα μπορούσε να τα αντιληφθεί αν έβαζε μισό λεπτό τη γλώσσα του μέσα. Έφυγα από ανθρώπινο κλοιό, πληρώνοντας βαρύτατο τίμημα για να ανασυνταχθώ. Και δηλώνω ευθύς αμέσως στους καινούργιους μου συντρόφους, έτοιμος, αποφασισμένος, στην περίπτωση που με βάλουν απέναντι και να μου απευθύνουν  ακατάπαυστο λόγο να …σφαχτώ εμπρός τους. Δεν μπορείς να σταματήσεις με τίποτα, κάποιον που παίρνει μοναχός του το δικαίωμα να μιλάει. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος.

   Κι έτσι φεύγω… φεύγω και μετά είναι εμβρόντητοι. Ρωτούν δεξιά αριστερά γιατί έφυγα. Τι έπαθα ; Μα μιλούσαν ακατάπαυστα . Για μένα, πριν από μένα. Τι είναι αυτό που δεν καταλαβαίνουν ; Στο κάτω κάτω, δεν τους προξένησα και καμιά "αβάσταχτη συνθήκη". Τους παρατηρώ μετά αθέατος. Βρίσκουν τον επόμενο με υπομονετικά αυτιά. 

   Υπάρχει, πάντα θα υπάρχει ένας Περικλής που κάθεται και ακούει. Παρ’ όλο που το όνομα δεν είναι συνηθισμένο, εκείνος που ψάχνει ακροατήριο θα με αντικαταστήσει τάκα τάκα. Κι έτσι κανείς δεν μπορεί να με μεμφθεί ότι του στερώ τα αυτιά μου. Στην οικογένειά μου μονάχα περάσαμε τρείς ! Ναι σου λέω… Τρεις Περικλήδες στο ίδιο οικογενειακό δέντρο ! Και για τους ακροατές ισχύει, ότι για όλους τους ανθρώπους. Ουδείς αναντικατάστατος. Στην οικογένειά μου λοιπόν, έγινε η σωστή πρόβλεψη : να βαφτιστούν τρία μωρά Περικλήδες. Ένας για να ακούει τον Κώστα. Ένας για να ακούει την Έλενα. Κι ένας για να ακούει τον Γιώργο και την Εύη. Και οι τρείς καταλήξαμε σχετικώς ακοινώνητοι. 😊 . Τι να προσθέσω τώρα…

    Ακροατές ;  Τι λες τώρα… μιλάμε για είδος προς εξαφάνιση.

   Δεν ευτύχησα να γνωρίσω καλούς ακροατές. Εκτός από ελάχιστους καρδιακούς φίλους,  όλοι οι υπόλοιποι δεν με άφησαν ποτέ να ολοκληρώσω μια σκέψη. Οι αντιδράσεις  τους εκτοξεύονταν πριν φτάσει η απάντησή στην τρίτη λέξη. Κατά τις στιγμές που μιλούσα ετοίμαζαν το επόμενο τους λογύδριο. Σήμερα έχω στείλει καμπόσους στο διάολο. Αλλά τυχαίνει να εισρέουν διαρκώς καινούργιοι ! Από όλες τις πλευρές. Υπάρχουν μάλιστα και σπουδαγμένοι. Μερικοί ξεκινούν και μεταπτυχιακό. Ναι ρε φίλε… οι πιο ακατάπαυστοι από τους λαλίστατους νιώθουν πως θα ήταν υπέροχο να το σπουδάσουν κι άλλο !

   Δε λέω, κακό πράγμα να μη μιλάει κανείς ! Αμήχανο .

   Αλλά και να μιλάει ;

   Τι να πω… και πότε να βρω την ευκαιρία να το πω…

   Κι έτσι σηκώνομαι την ώρα που κοιμούνται και τα γράφω.

   Κι εκείνοι το ίδιο.

   Σηκώνονται την ώρα που εγώ κοιμάμαι και "με γράφουν".   

 


Τρίτη, Σεπτεμβρίου 1

η επίκληση

 

      Ζεματάνε τα τσιμέντα πάλι πάνω. Δεν υπάρχουν φράγκα για ξυλεία, κεραμίδι. Το σπίτι καραφλό, το όνειρο μισό και περιμένει. Η πλάκα βολικιά μόνο για μια δουλειά. Για να στεγνώνουνε τα εσώβρακα αραδιασμένα δίπλα στις φανέλες. 

   Ζεματάνε και τα δάχτυλα που ψάχνουνε τη τσέπη μήπως έχει ξεχαστεί κανά τσαλακωμένο τάληρο. Δυο παπαδάκια θα ήτανε μια κάποια αναβολή στην αγωνία.

   Ζεματάνε και τα ποδάρια μου τα γαμημένα μέσα στα ξεροπάπουτσα, γιατί χθες βράδυ βγήκανε νύχτα ρημαγμένα και πάλι σήμερα χωθήκανε αξημέρωτα. Το πότισμα δεν περιμένει, ήτανε η σειρά μας στην πομόνα. Ξέχασα ; Πάει ! Μετά από έντεκα ημέρες η σειρά μου πάλις .

   Ζεματάει και η αδικία μου, γαμώ τη μάνα γη, θου Κύριε φ.. που κάθε χρόνο αν δε μας βγάλει τη ψυχή δε μαρτυράει τι θα γίνει. Μέχρι να ξεκινήσουμε το μάζεμα τα συκώτια στο λαιμό. Αρχίσανε να πέφτουν πριν την ώρα τους οι τζούνες.

   Ζεματάνε και οι άδειες οι μπύρες στα σοκάκια. Παρέλαση. Όρθιες και στοιχισμένες πάνω στις κοτρώνες, όλες ίδια μάρκα, όλες ίδιο μπόϊ, πάντα χαμηλότερο των περιστάσεων. Όλες δυο γουλιές με το στανιό η τρίτη.

  Ζεματάει και το μέτωπο. Μια στροφή στο μανίκι ακόμη, να βρεθεί στεγνό να κάμω  ένα σκούπισμα στα φρύδια, να μπορέσω να κοιτάξω προς την Αμέρικα, αν έρχεται καμιά σταλιά βροχή απόψε.

    Και δε με φτάνει όλο αυτό... Έχω και τη μάνα μου να με ρωτά με 'κείνο το βλέμμα, σα μουγκή, πως πάει φέτο. Λες και ξέρει κάποιος απ’ τους γιούς να πει. Έτσι, ρωτάνε οι μάνες, γιατί έτσι, μάθανε να είναι παρούσες. Μάνα που δε ρωτάει δεν είναι μάνα.

  Κι η μάνα του Χριστού ; Κι εκείνη να ρωτάει αν τη γιόρτασα με όλη μου τη ψυχή και φέτο το 15γουστο. Και να χαμηλώνω τα μάτια. Δε μου φτάνει ο νταλγκάς να με κοιτάει και μισό το μάτι του παπά. 

  Κάτι μου λείπει εμένανε, από αυτή την ιστορία. Με τη Μάνα του Χριστού θέλω να πω. Δεν το 'γραψε κανείς : Πού Του άπλωνε τα σώβρακα και τις φανέλες ; Ψάχνω και δε το βρίσκω. Όλο για Παρθένες και Αρχάγγελους. Τραντάζεται σα μουλάρι το μυαλό μου. Προσπαθώ να το κρατήσω στο σωστό το δρόμο. Κανένας δε μου λέει το πιο απλό. Κανένας δε μου λέει τι γινότανε με τις φανέλες. Με δυο κουβέντες, όπως τα λέει ο Μάρκος στο ραδιόφωνο της Πόπης. Το και το… λαϊκά να τα χωρέσει η κούτρα μου. Απλώνατε τότες σώβρακα ; Είχανε μανταλάκια ; Ξεφεύγω Παναγιά μου να με συμπαθάς. 

    Να’ ρθω να σε ανταμώσω κάτω στην ακρογιαλιά, απόψε εκεί Παναγιά μου. Μα το Θεό θα ‘ρθώ. Μονάχα να μου ξηγηθείς μόρτικα. Εσύ πού τα άπλωνες. Ντροπή είναι ; Εγώ σου λέω :

   Η μάνα η δικιά μου ανεβαίνει σα δε βρέξει και τα απλώνει από Ανατολικά. Φανέλες έξι, σώβρακα πέντε, μανταλάκια επί δύο. Και κατεβαίνει βαστώντας το σίδερο στις ραγισμένες πλάκες . Να πάει καλά, να της στεριώσω και το κάγκελο στα σκαλιά , φέτος. Να πάει καλά.

   Να ‘ρθω να σε ανταμώσω κρυφά Παναγίτσα μου. Πράμα δε μου λες. Πέ μου. Θα βρέξει απόψες ; Ή να πω τη μάνα μου ξανά να ‘πλώσει ; Τι σε ρωτάω ; Δύσκολα ; Μη μου τη βγάζεις τη ψυχή. Πέ μου. Απλώνατε εσείς ; Πόσες φανέλες, πόσα σώβρακα ; Και για τα μανταλάκια Σου ούτε που θέλω να ξέρω. 

   Παράδες για λαμπάδα δεν έχω. Να με συμπαθάς. Τη θέλω πίστωση απόψε τη χάρη. Ρίξε μια βρόχα για να ξεδιψάσουνε. Και δε θα σε ξαναρωτήσω για τις φανέλες. Ζαλούρα ήτανε. Που μου ήρθε , ούτε που ξέρω. Να. Κοίταζα απέναντι τη ταράτσα. Μου 'ρθε. 

   Αχ Παναγιά μου. Μη ρωτάς...

   Τίποτα. Τίποτα. Τα ίδια.

   Έτσι μου ‘ρχεται να τη πετάξω, μια λευκή φανέλα. 

   Απόκαμα. 


Πέμπτη, Αυγούστου 27

από «το Μουγκοχώρι» στο "μεγάλο μας χωριό" την κοινωνία

  ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΨΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΕΣΧΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΜΕΤΑΞΟΧΩΡΙΟΥ  (27 8 26)


Εδάφια από «το Μουγκοχώρι» της Βάσως Καλαντίδου ...

    Ακόμα και τα πουλιά, μουγγά είναι . Όταν δεν μιλάς, ακούς !
    Για πρώτη φορά είχα επαφή με όλες τις αισθήσεις μου.
    Το παράθυρο που κοιτούσε τη θάλασσα ήταν η πυξίδα μου. 
    Τραύματα που ωρύονται, η Σταύρωση του Σκότους μέσα μας, μια ανάσταση έχουμε ανάγκη όλοι μας.
    Κάθονταν αμίλητοι και κοινωνούσαν την μοναξιά τους.
    Πίστεψα ότι το σπίτι αυτό θα άρεσε σε ΕΚΕΙΝΗ.
     Μη σε ξεγελάνε τα χωρατά μας, είναι ο τρόπος μας να ξορκίσουμε τον φόβο μας, μου είπε, πίνοντας μονοκοπανιά το πιοτό της εξομολόγησης. Όλοι το φοβούνται τούτο το μέρος. Γι' αυτό δεν έρχεται κανείς να δουλέψει εδώ. Θαρρείς πως δεν έχουνε ανάγκη το μεροκάματο; Το 'χουν και το παραέχουν. Μα ο φόβος... Και ξέρεις τι φοβάται περισσότερο ο άνθρωπος; Αυτό που δεν καταλαβαίνει. Αυτό φοβάται.
    Την ξέγραψα. Την έθαψα για πάντα . ( Πόσο κομμάτι σου παίρνει μαζί του αυτό το δέμα στο χώμα ; ) .
  ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΟΥ : 
    Η Βάσω Καλαντίδου ακουμπάει ευγενικά τα ηθικά ζητήματα . Δεν ηθικολογεί. Θίγει χωρίς να σε πνίγει . Μου αρέσει ιδιαίτερα ο γερός υπαινιγμός στην γραφή  , τον θεωρώ όχι μονάχα εξυπνάδα αλλά και ήθος . Θέλω να κοντοστέκομαι και να σκέφτομαι τις ήττες μου και τα ζητήματα στα οποία είμαι εκτεθειμένος χωρίς να με δέρνει κανείς.
   Ο αναγνώστης που θα τραβήξει από τον πάγκο βιβλιοπωλείου ένα τέτοιο βιβλίο, χωρίς τα στολίδια της επικαιρότητας και το σπρώξιμο των μεγάλων εκδοτικών οίκων , είναι αρκετά καλλιεργημένος. Δεν χρειάζεται να τον πάρεις από το χέρι στα σταυροδρόμια της σκέψης.
  Η αδυναμία ολοκληρωμένης επικοινωνίας εξ αιτίας των τραυμάτων είναι ο κανόνας μεταξύ μας . Έχουμε γίνει πλέον ένα τεράστιο μουγκοχώρι. Εκτός αν ονομάσουμε επικοινωνία τις αναρτήσεις και τα σχόλια των βιαστικών πληκτρολογίων. 
    Με το ζήτημα της αδυναμίας επικοινωνίας έχουν ασχοληθεί καθιερωμένοι συγγραφείς και σύγχρονοι φιλόσοφοι. Ο Αλαίν ντε Μποτόν έχειγράψει δυο ιδιόμορφα μυθιστορήματα διανθισμένα με παρένθετες αναλύσεις . Το χρονικό του έρωτα και το Ειδήσεις . Στο πρώτο χρησιμοποιεί σαν ήρωες ένα τυπικό σημερινό  ζευγάρι από την στιγμή του πρώτου φλέρτ μέχρι την στιγμή που η σχέση τους έχει ολοκληρωτικά καυτηριαστεί. Στο δεύτερο εξηγεί πως ο πρωϊνός κατακλυσμός των ειδήσεων που δεν μας αφορούν εμποδίζει κάθε πρόοδο και ανασύνταξη στο μυαλό μας και τι μπορεί να σημαίνει μια αναμμένη τηλεόραση στο σαλόνι. Πηγαίνοντας προς τα πίσω … 
   Θεωρώ τον Κάφκα ένα εξαιρετικό κοινωνικό ανθρωπολόγο πριν η επιστήμη αυτή καθιερωθεί στα γνωστικά μας αντικείμενα. Και τον Μίλαν Κούντερα. Αν πάμε στους κλασσικούς τα χέρια μας δεν θα μπορούν να κρατήσουν ούτε τα εξώφυλλα των βιβλίων που με αγωνία ανατέμνουν την αδυναμία καλλιέργειας υγιών ανθρώπινων σχέσεων. 
   Σήμερα παρουσιάζεται το εξής στρεβλό καθεστώς : Αναπτύξαμε έναν θαυμασμό για την υγιή μοναχικότητα. Και μετά, όπως έγινε με τα εργατικά δικαιώματα, τον φεμινισμό, την Λοάτκι ατζέντα και την οικολογία, θεοποιήσαμε την πρόοδο που επιτύχαμε , χύνοντας την καρδάρα με το γάλα. Από τον θαυμασμό για την υγιή μοναχικότητα περάσαμε στους ηλίθιους όρκους για μόνιμη μοναξιά. Πισωγύρισμα.
   Πολλά πισωγυρίσματα έχουν μικρές επιπτώσεις στις κοινωνίες : 
Η γυναίκα δεν δέχεται σκαμπίλια στον ποπό της χωρίς να το ζητήσει : πρόοδος. Η γυναίκα δεν δέχεται καν να ζητήσει σκαμπίλια στον  ποπό της : ένα μικρό πισωγύρισμα. Ο εναλλακτικός ερωτικά άνθρωπος μπορεί να καθίσει σε ένα κεντρικό μπαράκι της πόλης και να ψάξει όπως όλοι μας, έναν ταιριαστό του σύντροφο : πρόοδος. Δεν υπάρχει λίστα σε κανένα κόμμα που να μ ην διαφημίζει πάνω πάνω ότι περιλαμβάνει έναν άντρα και μια γυναίκα με ειδικές σεξουαλικές προτιμήσεις : ένα μικρό  πισωγύρισμα. Και ούτω καθ’ εξής… 
   Το πισωγύρισμα όμως από την υγιή μοναχικότητα προς τον ισόβιο μοναχισμό δεν είναι ένα μικρό αθώο πισωγύρισμα. Εξυπηρετεί και το σύστημα . Οι άνθρωποι δεν φτάνουν να αναπτύξουν εμπιστοσύνη ο ένας για τον άλλον. Είναι με το δίκαννο στο το χέρι. Και τι δεν μπορεί να συμβεί ; Οργάνωση στην κοινωνία από κάτω προς τα πάνω : 
  Η ατζέντα καθορίζεται από το σύστημα. Και η πρόοδος είναι εκείνη που σερβίρεται στις δωρεάν πλατφόρμες σε στήλη κάθε πρωί. Μέσα στην οθόνη τρέχει η σκέψη μας και δίπλα η επιδίωξή τους και δεν μπορείς να κοιτάξεις μονάχα αριστερά. Πέφτει το μάτι σου και στην απαστράπτουσα στήλη δεξιά. Γιατί διαλέχτηκε η δεξιά πλευρά στην οθόνη για τα υποσυνείδητα φυτευτά μυνήματα ; Μελετημένο. Αλλά και κυνικά δεικτικό. Ο κόσμος σπρώχνεται προς τα δεξιά μέχρι να καταλήξουμε ένα τσούρμο από φασίστες.Εάν το σύστημα χρειαστεί ένα κύμα από μίσος για τους μετανάστες μέσα σε δυό εβδομάδες έχει δημιουργηθεί ένα κύμα από μίσος για τους μετανάστες. Εάν πάλι το σύστημα βαρεθεί και χρειαστεί να πουλήσει σουτιέν, μέσα σε δυο εβδομάδες όλος ο πλανήτης αγοράζει σουτιέν. Ακόμη και οι άβυζες. 
    Τι πρέπει να κάνουμε ; 
   
      

Τρίτη, Αυγούστου 25

Η διαφύλαξη της προσωπικής ελευθερίας, ως προϋπόθεση ουσιαστικής κοινωνικότητας .

      Ποιος είμαι , τι χρειάζομαι και τι όχι. Επειδή η στρέβλωση μπορεί να ελεγχθεί μόνον από τον εαυτό μας ( Μια ματιά μου σε χειραφετημένους συνανθρώπους μας ) .

  Παράδειγμα 1. Η Ρ και η Σ. Ο τρόπος που εξυπηρετούν πρώτα την εστίαση και τη φροντίδα στον εαυτό τους. Γύρω προσέρχεται άτομο με άτομο μια επόμενη ομάδα εργασίας. Εκείνες ακόμη δεν παρατηρούν. Δεν υποδέχονται έναν έναν τους «ορεξάτους» για καλημέρες όλων των ειδών. Με το πέρας της προσέλευσης, αφού έχουν φέρει το κορμί και το πνεύμα τους εκεί που θεωρούν ότι τους αξίζει, στρέφονται αποκλειστικά προς την ομάδα, ανοίγουν τον προσωπικό τους χώρο κι απευθύνουν ένα βλέμμα σύνδεσης στον καθένα, με τη σειρά, ευθύβολο και στιβαρό. Το χαμόγελο είναι εκεί κάποιες φορές στος 24°C,  κάποιες άλλες στους 34 °C. Δεν πειράζει. Το σώμα ζει μαζί μας και δεν καθρεφτίζει κανενός άλλου την συγκοιρία. Με ένα δυο λόγια η Ρ και η Σ καλωσορίζουν γεναιόδωρα την ομάδα, τοποθετώντας στον χώρο χωρίς αμφισημίες την νέα συνθήκη. Τώρα όσοι το αισθάνεσθε κι εμείς μαζί σας μπορούμε να μπούμε στο ΕΜΕΙΣ. Όποιος αισθανθεί ότι δυσφορεί να μην διστάσει να πάρει δικαίωμα . 

     Για το δεκάλεπτο εσωστρέφειάς τους που προηγήθηκε δεν δίνουν σε κανέναν λογαριασμό. Για τις καλημέρες που δεν απάντησαν, έχει απευθυνθεί μια διορθωτική ανταπόκριση. Το σώμα και το πνεύμα τους είναι ευχαριστημένο και έτοιμο να ξοδευτεί για συγκεκριμένους λόγους και καθορισμένο χρόνο. Με το πέρας της διαδικασίας δεν έχει κανένας αμφιβολία ότι ήταν απόλυτα παρούσες. Μετά το «κλείσιμο» του ΕΜΕΙΣ, και εάν το σώμα τους το αντέχει, επιλέγουν και δίνουν λιγοστά εισιτήρια πρόσβασης σε «εισβολές» που είναι εύστοχα διατυπωμένες και κατόπιν πάλι με τρόπο που δε χωράει καμία αμφιβολία, ξανα αποσύρονται σε όσα υποσχέθηκαν στον εαυτό τους σήμερα το πρωί. Και πάλι έχουν αποσυνδεθεί από τους μικρούς και άσκοπους αποχαιρετισμούς. Η «εξυπνάδα» του καθενός ψάχνει σε ποιόν θα εκτοξευθεί. Όχι σε εκείνες. Οι βουλιμικοί ένα γύρω με την πρώτη καταλαβαίνουν ότι για την αγόρευσή τους, ή το πρωϊνό ξεμούδιασμα της γλώσσας τους η Ρ και η Σ δεν θα είναι άλλα τέσσερα δεκτικά αυτιά.- Βρίσκουν λοιπόν και εκείνοι κάποιον ενοχικό ανελεύθερο άνθρωπο που ντρέπεται να οριοθετήσει τη μέρα του και του παίρνουν το σκάλπ. Μερικές φορές δεν είναι συγκεκριμένο πράγμα αυτό που η Σ και η Ρ …δείχνουν να βυθίζονται. Είναι απλά μια διαδικασία που διαρκεί μέχρι την αποθάρρυνση των άλλων. Σωτήρια. Δουλεμένη. Απαραίτητη. Και πλέον, αυτόματη.

  Παράδειγμα 2. Η Γ. Δεν “σπαταλιέται”. Κλείνεται στον εαυτό της, μόλις νιώσει την ανάγκη, όπου κι αν βρίσκεται ! Αυτό αρκετοί άνθρωποι δεν το θεωρούμε αυτονόητο δικαίωμα. Δεν έχει σημασία για την Γ. εάν εκείνη τη στιγμή μετέχει σε πολυκοσμία ή και σε στενή παρέα. Παίρνει το χρόνο της να ρίξει μια ματιά σε ένα κείμενο που βρέθηκε σε περιοδικό στο τραπεζάκι. Δεν ακούει και δεν νεύει, δεν στρέφεται προς την κατεύθυνση των ήχων, μοιάζει σαν να είναι εκείνη τη στιγμή σε μια σοφίτα με το τετράδιό της και μια γάτα στα πόδια. Εξακολουθεί να μην αποτελεί πρόβλημα στην επικοινωνία των υπολοίπων αφού η ενέργειά της και η στάση του σώματος μπορούν να δίνουν ταυτόχρονα και τις δυο πληροφορίες. Είμαι εδώ με την αύρα μου, όλη η χαλαρή μου παρουσία προσθέτει ζεστασιά στο μικροκλίμα μας, δεν σας απορρίπτω αλλά ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή είναι ολοφάνερο ότι δεν συμμετέχω στα δρώμενά σας. Ο λόγος είναι ότι με συνεπήρε αυτό το περιοδικό. Και από την πρώτη ματιά η σελίδα που έχω μπροστά μου, φαίνεται ότι θα μου προσφέρει, την κρίσιμη φρεσκάδα της στιγμής. Μόλις δω ότι το ερέθισμα με μπόλιασε θα αποφασίσω εάν θα επιστρέψω ολάκερη ή θα το πάρω για να πάω σε διπλανό καναπέ. Φαίνεται αγενές ; Δε στρέφεται προς κάποιον. Ασυναίσθητα πλέον επιβάλλεται η διαδικασία μου αυτή, ακόμη κι αν δίπλα μου ο Τ. έχει ανασηκώσει τη κιθάρα κι αρπίζει, κι η Κ. εξηγεί την χθεσινή της εμπειρία. Με το δικαίωμα που έχω κατοχυρώσει και απονείμει στον εαυτό μου και για όσο περιμένουμε όλοι μαζί να φουντώσει το πάρτι, δεν θεωρώ ότι είναι υποχρέωση κανενός να καλύψει την αμηχανία των υπολοίπων. Ο Τ. προκαλεί την προσοχή θρέφοντας την ανάγκη του. Εγώ δεν προσκαλώ για αλληλεπίδραση ακούγοντας επίσης μια ανάγκη μου. Εάν ερωτηθώ για την παρουσία μου στο πρόγραμμα που ακολουθεί, θα διακόψω την ανάγνωση και θα δώσω την σύντομη πληροφορία. Μετά θα αποτραβηχτώ αυτομάτως για όση ώρα ακόμη αυτό που κάνω είναι αυτό που χρειάζομαι. Μπορεί για δευτερόλεπτα, μπορεί για λεπτά. Εάν ξαναερωτηθώ για κάτι ασήμαντο «δεν θα ακούσω» την ερώτηση.

   Στενή της φίλη, που έχει αναγνωρίσει και σέβεται αυτή την, για πολλούς, ιδιόρρυθμη συμπεριφορά, η Μ, βαδίζοντας στον προγραμματισμένο περίπατο με τους υπόλοιπους ρωτήθηκε γιατί τελικά δεν ακολούθησε η Γ. 

    -Ήτανε να έλθει , λέει. Μα πήγες και τις έδωσες εκείνον τον σπάνιο τόμο, με θησαυρούς, κέντρισμα στο αγαπημένο της επιστημονικό πεδίο. Την «άρπαξε». Ήμουν σίγουρη ότι θα απέχει. Βυθίστηκε στην ανάγκη της στιγμής της. Έκανε μια επιλογή. Πάντα κάνει την επιλογή που της υπαγορεύει το σώμα της. Είναι όμως τόσο γλυκός άνθρωπος, όταν είναι εδώ, είναι ένα φως που γεμίζει τον χώρο. Της έδωσες το βιβλίο που διψούσε να πιάσει ; Την πάτησες. Τώρα θα σου κάνει ξανά παρέα, όταν ολοκληρώσει τη γλύκα αυτού του πρώτου ξεφυλίσματος...

  Για πολλούς από εμάς το να συμμετέχουμε σε «ότι του φανεί του Λολοστεφανή» είναι κοινωνικότητα. Δεν είναι. Είναι μια κάποιου είδους παραχώρηση της ελευθερίας μας. Ξεκινάμε να μιλήσουμε για αστικούς κήπους για να πάρουμε ιδέες για την βεράντα. Και τελικά σε λίγα λεπτά βρισκόμαστε να συζητάμε μόνο για τα Τέμπη. Κάποιος με τη δική του ανάγκη επιβάλλεται στους υπόλοιπους. Συνήθως μάλιστα είναι ο ίδιος που δεν θα ενδιαφερθεί για τις γνώμες των υπολοίπων, αφού τελειώσει την προσωπική του αγόρευση. Έχουμε πάει εκεί, για μια μικρή ανταλλαγή συμβουλών κηπουρικής.  Βρίσκουμε τον εαυτό μας σε μια μικρή ανταλλαγή πυροβολισμών. Γιατί συμμετέχουμε ; Οι απόψεις μας είναι κατασταλαγμένες. Η άποψή τους για εμάς στο φινάλε ; Ο καθένας θα έχει κι από μία. Να την χαίρεται. Αναζητούμε την γενική αναγνώριση ; Ε, περαστικά μας. Χρειάζεται αντίδραση. 

 Η διαφύλαξη της προσωπικής ελευθερίας είναι η προϋπόθεση ουσιαστικής κοινωνικότητας. 




 

Δευτέρα, Αυγούστου 24

Διαλογιστήριο



   Δέμα με θυμό . Κάτω από κιλό . 

  Στη θυρίδα Θήτα· μαζί με Ήττα ;

Εμπιστευτικό / Εσωτερική αλληλογραφία / Επείγον. 

  Αποστολέας συκώτι . Παραλήπτης κέντρον Ομιλίας .

  Δέμα με τραύμα. Βαρύ. 

Στη θυρίδα  Ρο· με το Σ(τ)ίγμα και το Ταυ

Συστημένο/Εμπιστευτικό.   Ταυτότητα παραλήπτη απαραίτητη.

 Δέμα με ουτοπία . Μεγαλύτερο από κουτί παπουτσιών.

Στη θυρίδα Όμικρον ,  Πι.

 Περικλής · Πάλι τα ίδια ... Παραλήπτης άγνωστος.

 Δέμα με φωτογραφίες

Στη θυρίδα με το Φ.

Στο φως να ξεθωριάσουν εγκαίρως.

  Καλύτερα να μη φαίνονται τα πρόσωπα αν ΦΑΣ.

ΦΤΟΥ  κι απ' την αρχή.

Κυριακή, Αυγούστου 23

η κρίσιμη ποσότητα συναίνεσης


Δε θα ξεριζωθεί, ο φόβος είναι απλά μια "μεταφορά" ένα οικείο σωφρονιστικό αφήγημα.

  -  Να μπορείς να λυγίζεις  Αυτή είναι μια συμβουλή που δε μου δόθηκε ποτέ, γαμώ την επίμονη και λεπτομερή ανατροφή μου. 

      Χθες, πάλι έκοψα μαχαίρι ένα κλάμα.  Το σώμα μου άρχισε να τραντάζεται, τα δάκρυα έφτασαν μέχρι τις κόγχες, είχα τις παλάμες στο πρόσωπο κι ωστόσο εγώ, με τον αυτονόητο κυνισμό που σπάζει τα φτερά της κότας ένας χασάπης, επανέφερα στην τάξη τον εαυτό μου. Δε θα μάθω ποτέ τι θα μου πρόσφερε, εκείνη την στιγμή, ένα γοερό κλάμα. 

    Μου τα έχω μαζεμένα. Δεν ζω τη ζωή που μου αρμόζει. Κάνω οδυνηρούς κύκλους με την ίδια αφετηρία, ένα σημείο εκκίνησης που μυρίζει θρίαμβο και την ίδια κατάληξη, το ίδιο σημείο που μυρίζει τώρα συντριβή. Πως γίνεται σε μια τελίτσα , όση η μύτη του μολυβιού να χωρούν τούτες οι δυο εκβάσεις ; 

   Παιδί ζωγράφιζα αυθόρμητους κύκλους. Ποτέ δεν κατάληγαν στο ίδιο σημείο. Η άτσαλη μολυβιά άφηνε τα σχήματα με μια ουσιώδη ατέλεια. Οι κύκλοι μου είχαν άνοιγμα. Από αυτό το χάσμα, μπορούσαν να διαφύγουν οι στριμωγμένοι ματωμένοι στρατιώτες των μολυβένιων συγκρούσεών μου. Από την ίδια χαραμάδα έβρισκαν την ευκαιρία να μπούν αλαφιασμένες οι νεράϊδες των ονειρώξεών μου. Δεν το έκανα από κάποια σοφία ή επιτήδευση, αυτά είναι προνόμια των μεγάλων. Απλά οι κύκλοι μου δεν ήταν αδιατάρακτα ολοκληρωμένοι ...

  Ύστερα ήρθε αυτό που αποκαλούμε "βασική εκπαίδευση". 

  Χθες πάλι έκοψα μαχαίρι ένα κλάμα. Είχα όλη την υποστήριξη για να λυγίσω. Είχα γύρω μου έναν ασφαλή κύκλο εδραιωμένης εμπιστοσύνης. Θα μπορούσα να αποθέσω στο παλιό ξύλινο πάτωμα ένα υγρό νωπό τραύμα και να το δω να χάνεται στους αρμούς από τις δεκτικές ακανόνιστες σανίδες. Τα σπίτια εκείνης της εποχής δεν είχαν τέλεια πατώματα. Δεν το χρωστούσαν σε κάποια επιτήδευση, απλά οι αρμοί διαστολής τους δεν ήταν αδιατάρακτα ευθύγραμμισμένοι... 

  - Να μπορείς να λυγίζεις. Τα μαστόρια τότες ήξεραν. Δεν είχαν ολοκληρώσει. Εννοώ, την βασική εκπαίδευση.  

  Έχω μάθει να ζωγραφίζω τέλειους κύκλους. Δεν τους ανέχομαι ούτε επιτρέπω να μένουν ανοιχτοί. Μπορεί να είναι κακοφορμισμένοι, μπορεί να περιλαμβάνουν τεθλασμένες μικρές αμφιβολίες και σποραδικές ευθείες βεβαιότητες αλλά, γενικώς,  είναι σαφώς κύκλοι . Θέλω να πω, κλείνουν. Αεροστεγώς.

  Σε τούτο το "αεροστεγώς" , βλέπω εγώ,  το πρόβλημα. 

  Εσύ ; 

                            *  *  *

    Υ.Γ. Η μουσική υπήρξε το δεντρόσπιτό μου, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου με ανοιχτά αυτιά. Και συνεχίζει να με δέχεται με την ανεμόσκαλα ζεστή σαν τις παλάμες της Αλεξάνδρας στην πλάτη μου. Εκείνους τους ροκάδες της παλιάς κοπής, που σήμερα το σωφρονιστικό σύστημα τους χρησιμοποιεί ως παραδείγματα άσκοπης ζωής, συνεχίζω να τους παίζω στο πικαπ της καρδιάς μου τα αξημέρωτα βράδια. Και τότες εκεί στο σκοτάδι λύνομαι. Και εμφανίζεται η κρίσιμη ποσότητα συναίνεσης. Για να κλάψω, μετά να χαϊδευτώ μέχρι να έλθει εκείνο το τρέμουλο. Για να τρίψω τον αυχένα μου με λύσσα και μετά να σφίξω τις παλάμες μου ώσπου να μη κυλάει το χθεσινό αίμα στα δάχτυλα.

  Κι  έπειτα κοιμάμαι καλά. 


In Led Zeppelin's Stairway to Heaven, the phrase "to be a rock and not to roll" means staying grounded, stable, and true to yourself rather then drifting aimlessly . It serves as a clever wordplay on the musical term "rock and roll," turning it into a metaphor for spiritual and personal steadfastness. It is the last phrase of their epic song named...  stairway to heaven . 


  

Παρασκευή, Αυγούστου 21

το χάσμα

    Οι δρόμοι της πόλης μας περιπαίζουν. Κολλητά στην οδό Κύπρου έχει και Αμερικής, αμέ ! Έχει και Πολυτεχνείου. Βγάλε άκρη. 

   Οι δρόμοι της πόλης απευθύνουν ερωτήματα προς τη συλλογική μνήμη, στα οποία έχουμε ήδη δώσει τις βολικές απαντήσεις. Τι τα σκαλίζουν αυτά ; Εθνικής Αντίστασης αλλά και Νίκης ; Μικράς Ασίας και Βενιζέλου ; Τι στο διάολο. Πολλές φορές η μια οδός ακυρώνει την άλλη. Αγωνιστών και ...κάτω Τούμπας ; Έχει και ρέμα για να πας να πέσεις.  

    Οι δρόμοι της πόλης περιπαίζουν το πολίτευμα. Περικλέους αλλά και Βασσιλίσης Σοφίας. Και οι αδριάντες ακόμα χειρότερα. Δεσποτάδες και Προσφυγόπουλα από μάρμαρο. Αυταρχικοί ηγέτες και παιδιά που πέσαν σε ερπύστριες. Εντοπίζονται αλληγορίες. Και επανεξετάζονται ευθύνες. Που και που  αναπέμπονται και συγγνώμες. Εδώ τα καλά γαρύφαλλα για τις οριζόντιες κάνες. Στην Ανθέων. Στα λουλουδάδικα. Αλλά και στο περίπτερο τρία. Οι περισσότεροι βέβαια δεν «το έχουν» με τις ανθοδέσμες. Αν ρωτήσεις που είναι η Ανθέων θα σου πουν στα τρίγωνα του Έλενίδη. Υπάρχει πολύ επιγραφή με αναφορές στις χαμένες πατρίδες. Δε θα βρεις επιεική μνήμη σε Πόντιο αλλά θα είναι φρεσκότατη η κρέμα του στο κορνέ. Ό,τι μπορεί ο καθένας κάνει για να γλυκάνει τον πόνο του.

    Οι δρόμοι της πόλης είναι πάντα γεμάτοι. Οι κάτοικοι περπατούν σαν μοναχικοί λύκοι. Μερικές φορές σε ιδιότυπα ζευγάρια. Άντρας με ομπρέλα. Γυναίκα με σκυλί. Εβραίος με ενοχικό. Αστυνομικός με κλομπ. Κενυάτης με σακ βουαγιάζ. Μόνο οι Χιώτες επιμένουν δυό δυό. Και οι φοιτητές έξι έξι. Οι εξαιρέσεις εδραιώνουν τους κανόνες.

   Οι δρόμοι της πόλης μυρίζουν περίεργα. Στις γωνίες οι σκύλοι φρεσκάρουν τις ιδιοκτησίες τους. Τα ζωάκια συντροφιάς έχουν αυξηθεί εκθετικά. Φορούν στο λαιμό τα στοιχεία του Δεσπότη. Εεεχμ… εννοώ απλά ότι είναι δεσποζώμενα. Ένα ταμπελάκι στο λουρί τους , επισφραγίζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Ξέρεις ποιό ανήκει σε ποιόν. Μπορείς να ζητήσεις εξηγήσεις, θέλω να πω, όταν πατήσεις σε αλλουνού σκατούλες.

   Οι δρόμοι της πόλης βράζουν. Οι θερμοκρασίες επίσης έχουν αυξηθεί εκθετικά. Και στην ατμόσφαιρα έχει εγκατασταθεί ένας ηλεκτρισμός. Οι τόνοι ανεβαίνουν με τις πρώτες δυο κουβέντες.  Απαντήσεις εκτοξεύονται πριν εγερθούν ερωτήματα. Όλοι έχουν από μια οργίλη ετυμηγορία. Δε ξέρεις ποτέ από ποια δίκη. Δε ξέρεις τι ανήκει και πού. Δεν είναι …δεσποζώμενες. Δε μπορείς να ζητήσεις εξηγήσεις αν πατήσεις σε αλλουνού σκατούλες. Και είναι σχεδόν αδύνατον να περάσεις με τα παπούτσια σου να λάμπουν. Οι πωλήσεις στα υγρά μαντηλάκια πάνε τραίνο.

  Και για τις συγγνώμες ; Ω, τι μου λες τώρα. Αυτές έχουν μειωθεί εκθετικά. Δεν είναι δεσποζώμενες. Πετάει μια ο άλλος να σου βρίσκεται και δεν λέει για ποιο λόγο, ούτε αναμένει να ακούσει αν γίνεται δεκτή. Έτσι ένα “sorry bro…” Οι συγγνώμες τώρα εκπορεύονται αφειδώς από στόματα που δεν έχουν τα υπόλοιπα προς τα πάνω : μουστάκια, μύτες, φρύδια, μάτια για να τους απευθυνθείς.  

   Η δρόμοι της πόλης μουρμουρίζουν κακίες μέσα στα δόντια τους. Από τα φρεάτια βγαίνουν δυσωδίες απόψεων. Ούτε που θες να σκεφτείς τις διαδρομές τους. Έρχονται με τα λύματα . Μέρες μέρες, σαν βρέχει, φουσκώνουν και αλλοιώνονται σαν τις ιστορίες των ψαράδων από στόμα σε στόμα. Ο ισχυρισμός δυναμώνει 25% τη φορά. Τέσσερα φρεάτια περπάτημα και θα ακούσεις ένα ολοκληρωμένο ψέμα. Όσο για την ένταση της φωνής ; Απόψεις που πρέπει να υπερισχύσουν χρειάζονται ένταση λόγου. Όλοι παίζουν αυτό το παιχνίδι. Εξάλλου είναι και ο θόρυβος. Αν μιλάς ευγενικά τα λόγια σου σβήνουν.

   Στο τέλος τέλος, η πόλη με τόσα ψιλόλιγνα κτίρια και τόσο στενά δρομάκια είναι το ιδανικό θέατρο σκιών, έτσι δεν είναι ; Γίναν τόσοι οι καραγκιόζηδες , που δε φτάνουν τα υπαίθρια θέατρα. Οι θεσμοί βεβαίως λειτουργούν. Κάθε εκατό καραγκιόζηδες εκλέγουν έναν θείο Γιώργη. Υπογείως είναι σωστά απλωμένα τα καλώδια και οι συμφωνίες. Η πόλη πάντοτε αγαπούσε το Βυζάντιο και τις Κάστες. Όλοι τα βρίσκουν σε μουλωχτές συναντήσεις. “Ευλογημένοι” με τους “Eυλογημένους”. Απατεώνες με τους απατεώνες. Τσατσάδες με τσατσάδες. Παρίες με τους παρίες. Ανέραστοι με ανέραστους και δεξιοί φασίστες με αριστερούς πρωτοπόρους. Εναλλακτικοί συναγελάζονται καμαρωτά με εναλλακτικούς και μελαμψοί με μελαμψούς. Υπέρβαροι με υπέρβαρους και νευρωτικοί με νευρωτικούς. Δεν συναντάς ανισορροπίες, τέλειωσε αυτό.    

   Οι δρόμοι της πόλης περιθάλπτουν και άστεγα ζευγαράκια. Υπάρχουν αρκετές κακοφωτισμένες γωνιές. Ο έρωτας δεν χάνει τις ελπίδες του. Μόνο που... σε τόσο ομογενοποιημένες παρέες από που να πιαστεί ; Ένας Έρωτας πάντοτε εδραιώνονταν σε μια κραυγαλέα Αντίθεση. Ο πλούσιος ερωτεύονταν το κορίτσι του ράφτη. Η κομμουνίστρια τον Αστυνομικό… Πάνε αυτά. Τελειώσανε. Θα βρεις έρωτες προς απαθανάτηση εκεί στις ομπρέλες του Ζογγολόπουλου, επιπόλαιους και φευγαλέους σαν τη καύτρα του στριφτού. Δυό ώρες σάλιωμα κι έναν αναπτήρα στο χέρι. Από κάπνισμα ελάχιστο. 

  Κάπου κάπου οι δρόμοι της πόλης φρακάρουν. Οι πολλοί φρικάρουν. Αλλά ο ηλικιωμένος σε ένα παγκάκι χαμογελά. Κοντοσταθείτε να σκεφτείτε, ποιοί είσαστε νεύει με εκείνο το μισό χαμόγελο. Πριν από εσάς ήταν άλλοι και πολλοί θα ακολουθήσουν την ελάχιστη αύρα που θα αφήσετε πίσω. Τώρα είναι η στιγμή με φρακαρισμένους τους δρόμους να κοιταχτείτε. Ανοίξτε τα παράθυρα και κοιτάξτε τον διπλανό σας. Χαιρετίστε τον. όσο είναι ώρα ακόμη. πριν επέλθει το κύκνειο χάσμα. 

 

 

Τρίτη, Αυγούστου 11

Το πεθαμένο λικέρ ( Ξανθούλης ) Μελιβοία 11 8 2026

 ΑΡΧΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΕ ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ :   

   Μια λεχώνα περπατάει σπρώχνοντας ένα υπέροχο αγοράκι τριών μηνών στο καρότσι κι όλοι οι περαστικοί της χαμογελούν με στοργή. Φτάνουν σε λίμνη του πάρκου. Πλησιάζουν οι πάπιες και η μητέρα κοντοστέκεται. Αφήνει το καρότσι κάτω από ένα δέντρο κι απομακρύνεται. Βγάζει ένα ένα τα ρούχα της. Με τα εσώρουχά της μπαίνει στο νερό. Βρέχει τα μαλλιά της. Κόσμος κοντοστέκεται με απορία ανάμεσα στο μωρό που αρχίζει τις φωνούλες και την γυναίκα που γδύνεται. Η λεχώνα πετάει τα εσώρουχά της προς την ακρολιμνιά και χάνεται σαν οπτασία με απλωτές προς το άπειρο. Γυναίκες δείχνουν προς το καρότσι σοκαρισμένες, άντρες τραβούν τα κινητά για να κάνουν story. Η λεχώνα συνεχίζει και χάνεται από το πλάνο.

 ΑΝΟΙΚΕΙΩΣΗ. ENA ΣΟΚ ΚΙ ΕΝΑ ΓΡΗΓΟΡΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ.

 Σε μια τέτοια ταινία οι μισοί τηλεθεατές θα σηκωθούν να φύγουν ενοχλημένοι. Όσοι δεν νικηθούν από τις προκαταλήψεις, θα παραμείνουν να δουν την ταινία. Στην ταινία η μόνη ήρωας που δεν θα τρελαθεί στο τέλος είναι η λεχώνα. 

ΤΟ ΠΕΘΑΜΕΝΟ ΛΙΚΕΡ ( κριτική ) 

      Στο βιβλίο του Ξανθούλη χρησιμοποιείται η μέθοδος αυτή της ανοικείωσης ως αγκίστρι. Μερικοί θα το πετάξουν θυμωμένα στον απέναντι καναπέ σαν πορνογραφικό. Μερικοί δεν θα αφήσουν από τα χέρια τους το μυθιστόρημα μέχρι να τελειώσει. Την μέθοδο του μαγικού ρεαλισμού και το αγγίστρι της ανοικείωσης χρησιμοποιούν οι συγγραφείς που δεν έχουν πρεμούρα να διαβαστούν από όλους.

     Όλα όσα περιγράφει ο Ξανθούλης τα κάναμε όλοι με τον βαθμό ελευθερίας που είχε το παιδικό μας ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Πήγαμε κρυφά στο κρεβάτι με τα αδέλφια μας τάχατες από φόβο. Κρυφοκοιτάξαμε τη μαμά μας από την κλειδαρότρυπα να μπανιώνεται. Βάλαμε αυτί στην πόρτα των γονιών μας όταν κάθε Σαββατόβραδο νόμιζαν ότι «με τρόπο» θα αποσυρθούν στην κάμαρά τους. Κοιτάξαμε το βρεγμένο μαγιώ της αδελφής μας και μαγευτήκαμε από τις ρώγες του στήθους της που ξεπετάχτηκαν πρόωρα. Κι άλλα κάναμε.  Όσα μας επέτρεψε το περιβάλλον τα κάναμε. Σωστά και στην ώρα που έπρεπε. Αλλοίμονο σε αυτούς από εμάς που μας κυρίεψαν από τα οκτώ μας οι ενοχές… Και στις ενοχές είχε ειδικότητα εκείνη η γεννιά. Πολλές εισέπραξε, άλλες τόσες μεταβίβασε. 

ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΕ ΚΑΜΕΡΑ ΤΟΝ ΞΑΝΘΟΥΛΗ

   Ο Γιάννης δεν είναι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που με εξαιρετική πένα σταχυολογεί την χαμένη παιδικότητα. Οι εποχές των άγουρων χρόνων ( βλ τηλεοπτική σειρά τα καλύτερά μας χρόνια 😊 ) είναι δημοφιλές λογοτεχνικό θέμα. Όλοι μας θυμόμαστε με ζωηρά χρώματα τις λαχτάρες που περάσαμε. 

  Θα σας πω κάτι που σημάδεψε την παιδική μου ηλικία και δε το συγχώρεσα ποτέ στον μάστορα των τετελεσμένων και των μουλωχτών αποφάσεων τον πατέρα μου : Κατεδάφισε χωρίς καμιά ανακοίνωση ή προειδοποίηση το σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Ναι ! Πήγα στο δημοτικό σχολείο το πρωί με το σπίτι να στέκεται και γύρισα το μεσημέρι να αντικρύσω ένα βουνό από μπάζα. Και η σκόνη είχε κατακαθίσει. Τα παιδιά δε χρειάζεται να ξέρουν. Την πρακτική αυτή την κράτησε σε όλα όσα ακολούθησαν. Την είχε παραλάβει από τον παππού. Έτσι πάει. 

  Περάσαμε όλοι μας παιδικά τραύματα. Περάσαμε σεισμό, περάσαμε επιστράτευση, περάσαμε την Δήμητρα Λιάνη 😊 περάσαμε την εποχή της αντιπαροχής, περάσαμε με κάποιο τρόπο όλοι μας το ξύπνημα της σεξουαλικότητάς μας. Τις γυναίκες με τις καλτσοδέτες να βγάζουν κουκούτσια από τα βύσσινα και τους άντρες να βάζουνε ξύλα στο θερμοσίφωνο για να κάνουμε με τη σειρά όλοι μπάνιο κάθε 10 μέρες. Μια θεία μου περνούσε τα καλοκαίρια στο πατρικό μου. Είχε εξάψεις. Φορούσε ένα διάφανο σιελ μπεμπιντό χωρίς σουτιέν και όλοι κάναμε πως όλα ήτανε εντάξει. Σαν παιδί χόρτασα να βλέπω βυζιά και δεν θυμάμαι κανένα παιχνίδι που να με έκανε τόσο χαρούμενο.

    Ο Ξανθούλης λοιπόν μιλάει για την αθώα αγάπη και τον αθώο έρωτα και την αθώα Ελλάδα με τις ξεκλείδωτες πόρτες και τα ανελέητο κουτσομπολιό. Να είναι καλά ο άνθρωπος.


Σάββατο, Αυγούστου 8

η δεξιά τσέπη του ράσου ( μια σκέψη )

 

      Η καρέκλα είναι μία ( 1 ) . Και αν σε δημόσια θέα οι Ιλιάδα μας απλώνεται να γίνει εφημερίδα , η Οδύσσειά μας δεν έχει μάρτυρες κι αναγνώστες . Κοινοποιούμε βλέπεις μοναχά τις νίκες μας .

       Στην ήττα δεν υπάρχουν σύντροφοι . Κοιμούνται ή βαριούνται αφόρητα να σκαρφαλώσουν στο ασκητήριο ενός άλλου . 

       Κι έτσι όπως ταιριάζει σε τόσο πολύπλοκα πλάσματα όσο ο γυμνοσάλιαγκας κι ο άνθρωπος περνάμε την προσωπική μας Οδύσσεια χωρίς συντρόφους. Εκτός αν συμβούν "παπάδες" 😊  

      Να λοιπόν η κριτική μου στο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη , αυτού του Χιώτη που έχει αψηφήσει το καθησυχαστικό ρητό για τους Χιώτες . 

     Είμαστε μονάδες . - 

Κι αν στη μια τσέπη έχουμε την πίστη, κάτι υποκειμενικό στην άλλη τσέπη έχουμε την καρδιά μας κάτι αντικειμενικό και νομίζω ότι με εκείνη μονάχα μπορούμε να αγαπήσουμε.

   Σε τούτο το βιβλίο , τι πρωτότυπο 😊 ανακαλύπτουμε πόσο μόνοι είμαστε στον κόσμο και από που πρέπει να αντλούμε φρόνημα για να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Από εμάς !

   Πρέπει να βάζουμε το χέρι στη τσέπη ( καρδιά ) ώστε αφού βεβαιωθούμε ότι χτυπάει ακόμη, να την φροντίζουμε κρυφά από τα πολλά μάτια για να στεριώσει και να ψηλώσει κι όσο περισσότερο πονάει όταν ψηλώνει, τόσο δυνατότερη γίνεται.

  Θα την επισκέπτονται πολλοί με σεβαστικό τάχατες τρόπο αλλά με τους δικούς της ανομολόγητους σκοπούς και με τη δική τους διαδικασία , άλλος υπηρετώντας το θεαθήναι , κι άλλος υπηρετώντας μύχιες ειδικές ανάγκες . Θα μας θέτουν ερωτήματα που έχουν από πίσω δικές τους αγωνίες.

  Δεν είναι ανάγκη να απαντάμε . Σε όλους . Που ακούστηκε ότι πρέπει να απαντάμε σε όλους. Μπορούμε να νεύουμε με ευγένεια σκύβοντας το κεφάλι κι ανασηκώνοντάς το ελαφρά ανεπαίσθητα κι όποιος επιμένει να αποσπάσει μια βαθύτερη ανταπόκριση να παίρνει το μήνυμα ότι πρέπει να καταβάλει διόδια για να δει την ψυχή μας.

  Ας πούμε μερικές λέξεις που γίνονται δεκτές σε τούτον τον ιδιότυπο σταθμό διοδίων : πραότητα μετριοφροσύνη ευγένεια υπομονή αυτογνωσία συγχώρεση και μια κούπα ιδεολογίας.

  Με αυτά τα εφόδια μπορούμε να πλησιάσουμε τον επόμενο ασκητή που θα βρούμε στο δρόμο μας και εκείνος ο Βικέντιος μπορεί να αποδειχτεί «το κέντημα της ζωής μας».

  Αλλά βιαζόμαστε. Είμαστε συνήθως πολύ απαιτητικοί κι έτσι δεν περνάμε τα διόδια προς την ψυχούλα κανενός ! Ας πούμε μερικές λέξεις που δεν γίνονται δεκτές σε τούτον τον ιδιότυπο σταθμό διοδίων : περιέργεια , αγένεια , ιδιοτέλεια , ψευτιά , αμετροέπεια, και μια γαβάθα βιώματα και ανασφάλειες.

  Γι αυτό είναι δύσκολο να συναντηθούμε σα τους παλιούς Χιώτες , Πρέπει να συμβούν "παπάδες".

Τετάρτη, Αυγούστου 5

η Eξοικείωση ( Familiarization ) , ένας ...ιδρυματισμός

  Τόση αμφισβήτηση αρκεί. Τόση εγγύτητα αρκεί. Τόση πρωτοβουλία αρκεί. Τόση εκπαίδευση αρκεί. Τόσο χαρτζηλίκι αρκεί. Τόση εμπιστοσύνη αρκεί . 

   Τόση ελευθερία αρκεί.   

    Χωρίς να είναι ξεκάθαρο πόση είναι αυτή η τόση.

    Η πρώτη επαφή μας με την έννοια της ελευθερίας γίνεται υπό άνισους όρους . Δυό άνθρωποι που έγιναν γονείς, συνήθως χωρίς πλήρη συνείδηση της πράξης και της ευθύνης του γεγονότος, καλούνται να προασπίσουν την ελευθερία τους βάζοντας όρια στο παιδί. 

   Το παιδί δεν έχει ρόλο σε αυτή την διαδικασία. Είναι το πειραματόζωο. Σε λίγες εβδομάδες έχει απλώς καταλάβει αν είναι ανεπιθύμητο ή ευπρόσδεκτο στο σπίτι. Μέχρι τα τρία έχει διαμορφώσει χαρακτήρα και όλες τις τεχνικές, με τις οποίες θα επιβιώσει είτε ως ευπρόσδεκτο είτε ως ανεπιθύμητο στο περιβάλλον που πρέπει να σεβαστεί μέχρι να είναι ικανό να αλλάξει στέγη. Δεν συμμερίζομαι την φημολογούμενη φιλολογία της εποχής μας περί 40χρονων ανθρώπων που δεν απομακρύνονται από το πατρικό τους επειδή η κοινωνία τους παρέχει ελάχιστα. Πρόκειται όπως όλες τις εποχές για μια από τις τραγικότερες συνθήκες, μια εξοικείωση με την ανημπόρια, έναν ιδρυματισμό. 

  Όσο πιο δυσχερές είναι το περιβάλλον, τόσο πιο εύστροφο αναγκάζεται να γίνει το παιδί. Όσο πιο πλαδαρό κι ασφαλές είναι το περιβάλλον τόσο πιο ανήμπορο επιλέγει να γίνει το παιδί. Όσο πιο .. και ούτω καθ' εξης. 

  Εκείνο που είναι το άρρωστο με την συνθήκη της ένταξης είναι το αποτύπωμα στην ιδιοσυγκρασία. Το εύστροφο παιδί θα είναι εύστροφο στο εργασιακό περιβάλλον, στις κομβικές επιλογές ζωής και στην προσαρμογή του στο βασικό πράγμα που θα αντιμετωπίζει ισοβίως : τις ανατροπές της ζωής. 

  Ένα παιδί δυο δημοσίων υπαλλήλων θα τα χάνει με μια κακοκαιρία. Το παιδί των τσιγγάνων δε θα τα χάνει ούτε την ώρα ενός καταστροφικού σεισμού. 

  Είναι πολύ σπάνιες οι περιπτώσεις των εξαιρέσεων. Παιδιά που ξεχειλίζουν από ειδικές δεξιότητες και έμφυτο θράσσος και μια ροπή στις συχνές αλλαγές συνήθως δεν προέρχονται από σπίτι νεόπλουτων οι οποίοι χρησιμοποιούν και την τεκνοποίηση όπως ένα ακριβό τζιπ, ως κοινωνικό διαβατήριο . 

   Επιστρέφω στην ελευθερία η οποία με απασχολεί σήμερα και, ποτέ, δεν χαρίζεται . Το κάθε πλάσμα την διεκδικεί χωρίς συμπαραστάτες. Και το μεγαλύτερο εμπόδιο στην διεκδίκησή της είναι η σταδιακή εξοικείωση με την απουσία της. 

   Ένας πατέρας που αντί να αγοράσει κομπολόϊ να το παίζει στα δάχτυλα τις βραδιές που βαριέται, μαδάει πούπουλα από τα φτερά της γυναίκας του και των παιδιών του, "ξέρει γιατί το κάνει". Αυταρχικότητα έλαβε κι αυταρχικότητα αποδίδει παρακάτω. Είναι ο ασυνείδητος τρόπος του να περάσει τη σειρά του όρθιος. Πρέπει η καταστολή να είναι το πλαίσιο. 

   Μια μητέρα που αντί να βελτιώνεται πιάνει εργολαβία την "βελτίωση" των ανήλικών της καταφρόνια έλαβε και καταφρόνια αποδίδει. "Ξέρει γιατί το κάνει".  Δεν αντέχει να βλέπει ελευθερία σε κανέναν άλλον δίπλα της. Πρέπει η καταφρόνια να είναι ο κανόνας. 

   Το δηλώνουν εξάλλου διαρκώς κατά τις αγορεύσεις τους : 

   Ξέρεις , ΕΓΩ , τι τράβηξα ;