Τρίτη, Σεπτεμβρίου 1

η επίκληση

 

      Ζεματάνε τα τσιμέντα πάλι πάνω. Δεν υπάρχουν φράγκα για ξυλεία, κεραμίδι. Το σπίτι καραφλό, το όνειρο μισό και περιμένει. Η πλάκα βολικιά μόνο για μια δουλειά. Για να στεγνώνουνε τα εσώβρακα αραδιασμένα δίπλα στις φανέλες. 

   Ζεματάνε και τα δάχτυλα που ψάχνουνε τη τσέπη μήπως έχει ξεχαστεί κανά τσαλακωμένο τάληρο. Δυο παπαδάκια θα ήτανε μια κάποια αναβολή στην αγωνία.

   Ζεματάνε και τα ποδάρια μου τα γαμημένα μέσα στα ξεροπάπουτσα, γιατί χθες βράδυ βγήκανε νύχτα ρημαγμένα και πάλι σήμερα χωθήκανε αξημέρωτα. Το πότισμα δεν περιμένει, ήτανε η σειρά μας στην πομόνα. Ξέχασα ; Πάει ! Μετά από έντεκα ημέρες η σειρά μου πάλις .

   Ζεματάει και η αδικία μου, γαμώ τη μάνα γη, θου Κύριε φ.. που κάθε χρόνο αν δε μας βγάλει τη ψυχή δε μαρτυράει τι θα γίνει. Μέχρι να ξεκινήσουμε το μάζεμα τα συκώτια στο λαιμό. Αρχίσανε να πέφτουν πριν την ώρα τους οι τζούνες.

   Ζεματάνε και οι άδειες οι μπύρες στα σοκάκια. Παρέλαση. Όρθιες και στοιχισμένες πάνω στις κοτρώνες, όλες ίδια μάρκα, όλες ίδιο μπόϊ, πάντα χαμηλότερο των περιστάσεων. Όλες δυο γουλιές με το στανιό η τρίτη.

  Ζεματάει και το μέτωπο. Μια στροφή στο μανίκι ακόμη, να βρεθεί στεγνό να κάμω  ένα σκούπισμα στα φρύδια, να μπορέσω να κοιτάξω προς την Αμέρικα, αν έρχεται καμιά σταλιά βροχή απόψε.

    Και δε με φτάνει όλο αυτό... Έχω και τη μάνα μου να με ρωτά με 'κείνο το βλέμμα, σα μουγκή, πως πάει φέτο. Λες και ξέρει κάποιος απ’ τους γιούς να πει. Έτσι, ρωτάνε οι μάνες, γιατί έτσι, μάθανε να είναι παρούσες. Μάνα που δε ρωτάει δεν είναι μάνα.

  Κι η μάνα του Χριστού ; Κι εκείνη να ρωτάει αν τη γιόρτασα με όλη μου τη ψυχή και φέτο το 15γουστο. Και να χαμηλώνω τα μάτια. Δε μου φτάνει ο νταλγκάς να με κοιτάει και μισό το μάτι του παπά. 

  Κάτι μου λείπει εμένανε, από αυτή την ιστορία. Με τη Μάνα του Χριστού θέλω να πω. Δεν το 'γραψε κανείς : Πού Του άπλωνε τα σώβρακα και τις φανέλες ; Ψάχνω και δε το βρίσκω. Όλο για Παρθένες και Αρχάγγελους. Τραντάζεται σα μουλάρι το μυαλό μου. Προσπαθώ να το κρατήσω στο σωστό το δρόμο. Κανένας δε μου λέει το πιο απλό. Κανένας δε μου λέει τι γινότανε με τις φανέλες. Με δυο κουβέντες, όπως τα λέει ο Μάρκος στο ραδιόφωνο της Πόπης. Το και το… λαϊκά να τα χωρέσει η κούτρα μου. Απλώνατε τότες σώβρακα ; Είχανε μανταλάκια ; Ξεφεύγω Παναγιά μου να με συμπαθάς. 

    Να’ ρθω να σε ανταμώσω κάτω στην ακρογιαλιά, απόψε εκεί Παναγιά μου. Μα το Θεό θα ‘ρθώ. Μονάχα να μου ξηγηθείς μόρτικα. Εσύ πού τα άπλωνες. Ντροπή είναι ; Εγώ σου λέω :

   Η μάνα η δικιά μου ανεβαίνει σα δε βρέξει και τα απλώνει από Ανατολικά. Φανέλες έξι, σώβρακα πέντε, μανταλάκια επί δύο. Και κατεβαίνει βαστώντας το σίδερο στις ραγισμένες πλάκες . Να πάει καλά, να της στεριώσω και το κάγκελο στα σκαλιά , φέτος. Να πάει καλά.

   Να ‘ρθω να σε ανταμώσω κρυφά Παναγίτσα μου. Πράμα δε μου λες. Πέ μου. Θα βρέξει απόψες ; Ή να πω τη μάνα μου ξανά να ‘πλώσει ; Τι σε ρωτάω ; Δύσκολα ; Μη μου τη βγάζεις τη ψυχή. Πέ μου. Απλώνατε εσείς ; Πόσες φανέλες, πόσα σώβρακα ; Και για τα μανταλάκια Σου ούτε που θέλω να ξέρω. 

   Παράδες για λαμπάδα δεν έχω. Να με συμπαθάς. Τη θέλω πίστωση απόψε τη χάρη. Ρίξε μια βρόχα για να ξεδιψάσουνε. Και δε θα σε ξαναρωτήσω για τις φανέλες. Ζαλούρα ήτανε. Που μου ήρθε , ούτε που ξέρω. Να. Κοίταζα απέναντι τη ταράτσα. Μου 'ρθε. 

   Αχ Παναγιά μου. Μη ρωτάς...

   Τίποτα. Τίποτα. Τα ίδια.

   Έτσι μου ‘ρχεται να τη πετάξω, μια λευκή φανέλα. 

   Απόκαμα.