Παρασκευή, Μαΐου 6

ένας άντρας για τη σύγχρονη γυναίκα


 
Ήταν καθισμένη σταυροπόδι σε ένα σκαμπό δίπλα στον αποροφητήρα της κουζίνας και κάπνιζε. Ρουφούσε τον καπνό δυνατά και φυσούσε έξω με μεγάλα ουφ, να φύγουν όσα κομμάτια σκασίλας μπορούσε να παρασύρει ένα μεγάλο ουφ. Δε φεύγανε τα περισσότερα. Μένανε σφηνωμένα μέσα στο στήθος σα βρωμερά στουπιά.
         Ο Κλέαρχος πέρασε από το διάδρομο και έπιασε το σκηνικό με τη μύτη πρώτα και μετά με το αυτί. Δε χρειάστηκε να κοιτάξει. Αυτή ήταν η κανονική στάση της Αφροδίτης κάθε φορά που δεν είχε κάτι να απασχολεί τα χέρια της και, κυρίως, το μυαλό της. Δεν τη ρώτησε τίποτε. Κοντοστάθηκε να δεί αν θα κάνει κάποια κίνηση εκείνη. Εκείνη δεν έκανε. Ούτε νεύμα. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο ντουλάπι και δεν είχαν πείνα για ερεθίσματα.
        Κάτω από το δρόμο έφταναν οι ήχοι της πόλης που ζούσε. Ακούγονταν παιδιά. Δυό από αυτά, γερά και χαρούμενα ήταν τα δικά τους. Ακούγονταν αυτοκίνητα. Και από αυτά δυό καινούργια ήταν δικά τους. Ακούγονταν σκυλάκια που δοκίμαζαν τη δύναμή τους γαυγίζοντας το ένα στο άλλο. Μια στιγμιαία επιβολή είναι σημαντικό πράγμα για τα τετράποδα. Ένα από τούτα, τα σκυλιά της πόλης ήταν το δικό τους, μια υπέροχη αφορμή χαράς.
      - Θέλεις να ..  ψέλισσε ο Κλέαρχος
   - Άσε με λίγα λεπτά .. δεν έχεις κάτι να κάνεις ;
      - Θα πάω για περπάτημα στο…
   - Πάρε το σκύλο, έχει γανιάσει εδώ μέσα.
      - πάω …
   - Φέρε μου τσιγάρα από απέναντι , όχι τα slim που πήρες τις άλλες, κοίτα το πακέτο καλά.
   - I know, λατρεία μου, μια φορά έκανα λάθος, πέρασαν και βδομάδες, παραγράφονται και σημαντικότερα από τούτο.

       Ο Κλέαρχος έβαλε τα πάνινα και σφύριξε στη σκύλα. Αυτή που είχε γανιάσει εδώ μέσα. Η σκύλα έπιανε τα υπονοούμενα και ακολούθησε χωρίς ιδιαίτερα πανηγύρια, ήξερε ότι σήμερα δεν θα είναι μια χαρούμενη βόλτα. Το είχε δει το έργο το ζωάκι.
       Έκλεισε την εξώπορτα πίσω του με αρκετή μαεστρία. Όχι πολύ απαλά για να μην εκπέμψει νηφαλιότητα. Ούτε τραγικά δυνατά για να μην προκαλέσει μάταιους διαξιφισμούς. Την τράβηξε με ένα ελεγχόμενο βρόντηγμα ώστε να δηλώσει ότι το δικό του ξέσπασμα δεν αργεί πολύ ακόμα. Δεν ευχαριστήθηκε όμως. Βηματίζοντας προς το ασανσέρ αισθάνθηκε μαλάκας. Γύρισε, άνοιξε, έκανε πως ξέχασε να πάρει σακουλάκια για του σκύλου τα κουραδάκια, και βγήκε κοπανώντας την δυνατότερα. Τώρα του φάνηκε πως η δήλωση ήταν crystal clear.
       Η άλλη σκύλα άκουσε την πόρτα να κλείνει και ξεφύσησε με ανακούφιση την τελευταία τζούρα. Πήρε το τηλέφωνο και πήρε την όμοιά της, της απέναντι πολυκατοικίας.
     - Μόνη είμαι, έλα.

      Έβαλε δυνατό χαρμάνι στην καφετιέρα και άναψε το επόμενο.
Απέναντι, πάνω στο ντουλάπι της κουζίνας άρχισαν να περνάνε τα θέματά της σαν τίτλοι του cinema. Όπου να’ ναι θα τα βροντήξω. Έχω βάλει εκείνα τα τρία κιλά εδώ πάλι γαμώτο μου. Η κάρτα δεν ήλθε ακόμη, να δω με τι φράγκα θα την πληρώσω. Κι εκείνος ο αμίλητος του τρίτου ορόφου σα χαφιές να μπαινοβγαίνει στο γραφείο συνέχεια, δε παθαίνει και τίποτε ο μαύρος ο σκύλος, αβίωτη έχει γίνει η εταιρία. Πρέπει να πλύνω τη χύτρα. Ένα βουνό σίδερο μαζεύτηκε πάλι. Άει στα κομμάτια… Άει στα…
      - Όχι εσύ καλέ, μουρμουρίζω μόνη μου, έλα μέσα.
     Η Τζένη μπήκε με τα φρύδια ανασηκωμένα και άνοιξε το ντουλάπι να διαλέξει κούπα. Τα χέρι της έτρεμε ελαφριά από το τσίτωμα. Η καφετιέρα γουργούριζε, το στομάχι της την πέθαινε και ο καφές έσταζε αδυσώπητα αργά σαν την ελπίδα.
        - Απολύθηκα. Σήμερα. Μαζί με άλλους τέσσερις. Δώσε ένα.
   - Ο Νίκος τι λέει ;
        - Ίσως είναι για καλό λέει ο μαλάκας, άστον από δω πέρα. Θα πάρει το Μήτσο και θα πάει στο καφενείο, παίζει ο ΠΑΟΚ  λέει, αυτό λέει. Ποιος τον γαμεί.
   - Κάποιος θα τον γαμεί, ή κάποια, εσύ πάντως δε σε βλέπω.
        - Από μένα χαρά δε θα δεί. Τελειώσαν αυτά. Τα γούστα είναι για τα τζόβενα. Ας πάει στη μάνα του για ρυζόγαλο. Να της πει και τα παράπονά του, να κλάψει στον κόρφο της και να πάνε οι δυό τους στο διάολο αγκαζέ. Λέγε, λέγε τώρα. Τα δικά μας.
   - Κάτι μου ετοιμάζει αυτός.
         - Ο Κλέαρχος ;
   - Μμμμμ. Έγνεψε καταφατικά ανάβοντας το τελευταίο της.
         - Άπλα τον έχεις, κάντου κανένα σκηνικό να μαζευτεί.
   - Δε τον θέλω και στα πόδια μου. Γίνεται αφόρητος. Που τη βρίσκουν την όρεξη ; Που τη βρίσκουν μου λες ;
         - Κάντου κανένα κρασάρισμα, να σε τρέξει και σε δυό νοσοκομεία, να κλάσει λίγες μέντες, θα μαζευτεί. Όσο τα βρίσκει όλα στην εντέλεια το μυαλό του ψάχνει που θα τη χώσει.
   - Δε με βλέπεις ρε Τζένη, κρασάρισμα είμαι ολόκληρη. Τι να κάνει κι αυτός. Τελειωμό δεν έχουμε εδώ μέσα. Τέσσερα φέρνει πέντε χρειάζονται. Πέντε να φέρει έξι θέμε. Θα μας σιχτιρίσει τελικά όλους. Αυτό τον μήνα του ζήτησα και για τη δόση. Ένα φροντιστήριο της μεγάλης πληρώνω και αυτό με το ζόρι. Όλα τα άλλα έχουν πέσει πάνω του. Το βράδυ τινάζεται 5 η ώρα και πηγαίνει στο μαγαζί. Θα τον πάρει ο ύπνος στο τιμόνι κανένα πρωίνό και θα έχω άλλα.
         - Εσύ τουλάχιστον τον αρμέγεις. Ο Νίκος ακόμη ψάχνει δεύτερη δουλειά. Τους έκοψαν όλα τα μπόνους φέτος και τον Απρίλιο θα τον πάρει μαζί με το Μάη, λέμε τώρα. Τρώμε τις σάρκες μας. Μας βλέπω να ξεπουλάμε το εξοχικό και να δω που θα μαζέψω τα παιδιά φέτος το καλοκαίρι. Καλά την βγάζαμε.
    - Κάτι θα γίνει, έλα γειά μας, κάτι θα γίνει.

    Το κλειδί στην πόρτα σήμανε συναγερμό. Ήρθαν τα παιδιά, να βάλω την τοστιέρα στη μπρίζα, Μπουμπούκα μου πεινάς ;
    - Μπουμπούκος ! Έφερα το σκύλο. Πάω μια γύρα. Γειά Τζένη.
        -  Έφερες τσιγάρα ;
    - Έτσι θα σας άφηνα ; είπε αυτός, βυθίζοντας ένα βλέμμα με χίλια νοήματα στα μάτια της Τζένης.
        - Αδυνάτισες Κλέαρχε, γυμνάζεσαι ; Σου πήγε.
      Καργιόλα ( σκέφτηκε η Αφροδίτη ) …
        - Σωστά τσιγάρα σήμερα το παληκάρι μου… ( μη χέσω )
     - Κορίτσια σας αφήνω να τα πείτε, πάω για τρέξιμο.
        - Έβγαλαν και τρέξιμο για Nintendo ;
      Ο Κλέαρχος δεν άκουσε. Έριξε την μαύρη πετσέτα στους ώμους, ρούφηξε τη κοιλιά, πέταξε έξω τους ώμους και πέρασε από την κουζίνα καμαρωτός για ένα φιλί. Στη Τζένη φυσικά.
        - Ωραία κολώνια , μουρμούρισε η Τζένη.
     - Του μπαμπά του του μακαρίτη . Δήλωσε η σκύλα.   

      Εκείνο το καλοκαίρι ο Κλέαρχος έφερε για τελευταία φορά τσιγάρα με λάθος πάχος. Ένα βράδυ, ήσυχα, χωρίς δια-δηλώσεις έπαθε έμφραγμα και έφυγε από τον θίασο. Σαρράντα οκτώ χρονών. Η ζωή κύλησε πάνω από τα ίχνη του σα φαγάνα.
      Εκείνο το Φθινόπωρο ο Τρύφωνας βρήκε το θάρρος να πλησιάσει την Αφροδίτη. Η ιδέα του ήταν απλή, τετράγωνη, εφαρμόσιμη. Θα ενώνανε τις ανάγκες τους και τις ρουτίνες τους για να τα βγάλουνε πέρα. Ο Τρύφωνας τη γούσταρε την Αφροδίτη. Μπορούσε να την κυκλοφορεί και να αισθάνεται επαρκής. Έχει σημασία να κυκλοφορείς και να αισθάνεσαι επαρκής. Δεν θα της στερούσε τίποτε. Για έρωτες στα εξηνταπέντε ούτε λόγος. Για γούστα όμως, πρώτος και καλύτερος. Και σκαφάτες διακοπές και αστεράτα ξενοδοχεία και πισίνα στο σπίτι. Εκεί στη πισίνα βρήκε την Αφροδίτη η Τζένη. Ήταν μια ηλιόλουστη Σεπτεμβριανή Κυριακή. Ο Τρύφωνας ετοίμαζε κοκταίηλ περιμένοντας σαν σαλιάρης να ξεντυθεί η φίλη της Αφροδίτης. Ήταν χαρούμενος που δεν βολόδερνε ποια σα μπακούρι στις ναυτικές λέσχες. Ότι ήθελε ήταν μπροστά στα μάτια του. Σε αποδεκτή τιμή.
     - Τι χαμπάρια Τζενάκι ;
- Σκατά. Τι ρωτάς ; Πουλήσαμε κοψοχρονιά το ρημάδι και ούτε για τρείς μήνες δε θα τη βγάλουμε. Ο Παοκτζής τρέχει δεξιά και αριστερά για δάνειο. Έχει φάει τόση πόρτα που θα χέζει πόμολα.
     - Σκάσε βλαμμένη, θα με πνίξεις.. που τα βρίσκεις.
- Tα βρίσκω μπαστούνια , εκεί τα βρίσκω. Έχω τον να κλαίγεται σα νηστικό σκυλί με την ανέχεια που τον βρήκε, δε γίνεται λέει με δυό πτυχία να μην τον θέλουνε πουθενά ούτε με 700 ευρώ, κυκλοφοράει όλη νύχτα στο σπίτι και άμα τον ρωτήσω τι έπαθε μου λέει που να στα εξηγώ εσένα, εμένα την ηλίθια εννοεί που δεν καταλαβαίνω ότι άντρας που δε φέρνει χρήμα αισθάνεται γυναίκα και χειρότερα στο ίδιο του το σπίτι. Και μετά τον παραμονεύω να τον δώ τι μουρμουρίζει και βρίζει τον Μουσλίμοβιτς και τον Ίβιτς που σέρνονται και άκρη δε βγάζω. Ηλίθια πρέπει να είμαι, όντως. Σαν ηλίθια αισθάνομαι που τον τρέφω και τον πλένω και τον ανέχομαι ταυτόχρονα. Χίλιες φορές καλύτερα να ήμουν μοναχή.
      - Δεν τα ‘λεγες αυτά πέρυσι στην παραλία που κάναμε τσιγάρο και χαζεύαμε τα τεκνά και εκείνος ψήνονταν στην πόλη όλον τον Αύγουστο, άλλαξες γρήγορα μου φαίνεται κασέτα, αλλά καταλαβαίνω και δε μιλώ, γιατί εκ του ασφαλούς δε θέλω…
- Εσύ φιλενάδα τον βρήκες τον τρόπο, τι να λέμε, είναι να σου κάτσει..
     - Για να σου κάτσει πρέπει να του κάτσεις.
- Μωρέ να του κάτσεις, να του κάτσεις λέω στον εαυτό μου κάθε βράδυ.
     - Και ναι και όχι.
- Γιατί και όχι ;
     - Δε θέλεις να τον δεις γυμνό…κάθε επιλογή έχει την ουρά της Τζένηηηηηη
- Δε θέλω ούτε ντυμένο, αλλά το κοκταίηλ θα το πιώ, έκανε και ρίχνοντας μια ματιά να δει την ποσότητα της πείνας του Τρύφωνα έσκυψε και άρχισε να λύνει τα πέδιλα. Ύστερα ρούφηξε τη κοιλιά και τράβηξε με μια κίνηση επάνω την πουκαμίσα. Άφησε το ρούχο να πέσει και τεντώθηκε τάχατες φτιάχνοντας τον κότσο της με μια επιμονή που έδωσε στα στήθη της το χρόνο να επιδράσουν. Του δύστυχου ευτυχισμένου τα κοκταίηλ παρ’ ολίγο να χυθούν.
Και οι ελάχιστοι χυμοί του επίσης.
      Ήταν όλοι καλά. Εκείνος ο χειμώνας θα ήταν καλύτερος. Υπήρχε μια βεβαιότητα ότι εκείνος ο χειμώνας θα ήταν καλός. Tα παιδιά είχαν αρχίσει να επιστρέφουν από τις κατασκηνώσεις τους και τα θέρετρα. Τα σχολειά τους ήταν  εγκαίρως τακτοποιημένα. Άγχος δε φαινόταν να πλησιάζει από καμιά γωνία. Υπήρχε μονάχα μια δημιουργική ανάγκη για αναννέωση. Η Αφροδίτη είχε αρχίσει να σχεδιάζει το μέλλον. Απέναντι , εκεί που τα σατεν υφάσματα λικνίζονταν από την αύρα εξασφαλίζοντας την ιδιωτικότητα του χώρου με την πισίνα, εκεί άρχισαν να τρέχουν τα θέματά της σαν τίτλοι του cinema. Πρέπει να φέρω τη μάνα μου εδώ, ένα βράδυ, να δει που έφτασα και να καταπιεί τις γκρίνιες της σαν ελιές με το κουκούτσι. Ο Τρύφωνας θέλει λίγα ρουχαλάκια διαλεγμένα από το χεράκι μου. Σα σκατό ντύνεται. Λίγα και σωστά ρουχαλάκια και ένα καλό κουρέα, δε μπορώ να τον τριγυρίζω έξω έτσι. Από τη Τζένη πάλι ώρα να ξεκόβω. Έχει μια κακία που δε την περίμενα η καργιόλα. Έχει κάτι το μάτι της. Θα με φάει .. Να πάρω τα παιδιά. 
- Τρύφωνα πιάσε το i-pod μου και τα τσιγάρα αγάπη μου. Έτοιμα τα κοκταίηλ ; Τι θα κάναμε χωρίς εσένα ; Τι θα κάναμε.

    Ο Τρύφωνας κατεύθασε με τα κοκταίηλ και τα άφησε αργά αργά στα τραπεζάκια μέχρι να χορτάσει το μάτι του από όλες τις καμπύλες που διψούσε το μυαλό του. Ύστερα αποσύρθηκε στο γραφείο του να κανονίσει παρέα για το ταξίδι στη Πράγα, εκείνο το δήθεν επαγγελματικό που ξέρουμε όλοι και κανένας δε το μαρτυράει. Και αφού τα έφτιαξε με το μυαλό του όλα παστρικά, έκανε μια κλήση στην κόρη του την Αθηνά. Εκείνη δε το σήκωσε. Ούτε το τηλέφωνο ούτε καν το μάτι. Πόσο μάλλον το γάντι. Ήξερε ότι είναι άλλο ένα τροπάριο, ο μπαμπάς την ήθελε πλέον στην εταιρεία να αρχίσει να μπαίνει στο νόημα, να αρχίσει να κωλοπετσώνεται, έτσι έλεγε αυτός, να αρχίσει να μπαίνει στα παπούτσια του, 43 νούμερα με στραβούς πάτους και πολύ κακό ιδρώτα.
     Η Αθηνά ξέχασε γρήγορα τον ήχο της κλήσης. Πάνω της και μέσα της είχε το αγόρι της και γύρω γύρω τίποτε άλλο. Έκανε έρωτα συχνότερα τώρα τελευταία με μια ορμή που δεν μπορούσε να εξηγήσει, τώρα στα τριάντα πέντε της , δεν την θυμόταν ετούτη την ορμή πριν δέκα χρόνια. Ο Νικόλας την τρυγούσε όμορφα, την έκανε να φωνάζει δυνατά, χωρίς να νοιάζεται αν ακούνε κι άλλοι, αυτό ήταν το πολύ αλλιώτικο, εφώναζε χωρίς να νοιάζεται αν ακούνε άλλοι. Εκείνος δεν ήτανε κανένα κελεπούρι, απλά με μια ματιά στο βλέμμα του τον καταλάβαινε ότι δε ζητούσε από εκείνη τίποτε ως αντάλλαγμα, μονάχα να είναι γυναίκα. Όταν ήτανε μαζί, αυτό της έλεγε, το μόνο που ζητούσε αυτός ήταν αυτό το αυτονόητο, να είναι απλώς γυναίκα. Η Αθηνά είχε χορτάσει από άντρες που σχεδιάζανε το μέλλον. Με τέτοιον μπαμπά μεγάλωσε, που έστρωνε τα πούλια στην εντέλεια και σε στρίμωχνε με μαεστρία στο πλακωτό και δε σου άφηνε παρά μονάχα τις πεντάρες για ανάσα. Και ύστερα, καθώς εσύ η ηλίθια, έριχνες κάποτες πεντάρες, έκρηξη γινότανε οργής και σκότος στο μυαλό του, για να το εξηγήσει γιατί η μοίρα τιμωρεί τους ικανούς με τόσο μίσος.
    Έ, αυτός, ο Νικόλας δηλαδή, ο άσημος και ατημέλητος Νικόλας της, δεν έστρωνε κανένα πούλι, γιατί είχε μια ματιά στα πράγματα και μια εμπιστοσύνη στη ζαριά που σκότωνε όλες τις δυσκολίες. Ζούσε μαζί της γιατί την ήθελε κι όχι για να τη δείχνει, κοιμόταν μαζί της για να τη μυρίζει και όχι από φόβο να κοιμηθεί μοναχός. Δεν της έκανε δώρα, της έκανε εκπλήξεις. Δεν ήθελε παιδιά, δεν ήθελε γονείς, δεν ήθελε κουμπάρους, δεν ήθελε επετείους, ήθελε εκείνην και την κάθε μέρα χωριστά. Και η Αθηνά είχε επίγνωση τι ήθελε από αυτόν. Ήθελε έναν άντρα για να της θυμίζει ότι ήτανε γυναίκα, αυτή με το λυμένο οικονομικό, με την καριέρα εξασφαλισμένη, με τα υπαρξιακά της στο ζενίθ και τις παρεκτροπές της στο ναδίρ, αυτή η γυναίκα άντρας, το νέο ισχυρό φύλλο, ήθελε έναν άντρα γυναίκα δίπλα της. Να ξυπνάει το πρωί και χορτάτη από έρωτα, με γαληνεμένη την ψυχή της να ορμάει εκεί έξω στην αρένα για να σκοτώσει όσους περισσότερους μπορεί. Όσο περισσότερους μπορεί. Κι εκείνος, αν γίνεται, ανάμεσα στις δουλειές και τα νταλαβέρια του, ανάμεσα στα αντρικά του τα ξεσπάσματα και τα νεύρα της δικής του της ζωής, να βρίσκει χρόνο να της φέρνει ένα καφέ το πρωϊνό στο κρεβάτι τους, το κρεβάτι ΤΟΥΣ , αυτό το τέλειο θεραπευτήριο και η ματιά του να είναι το τριαντάφυλλο στο δίσκο. Αυτός ήταν ο τέλειός της.
Ένας άντρας για τη σύγχρονη γυναίκα, αυτός. Ο Νικόλας ο άσημος.

Κυριακή, Μαΐου 1

παραμύθι για τον έλληνα εργαζόμενο


     Τον Θανασάκη η οικογένειά του δεν μπορούσε να τον θρέψει. Έτσι τον έστειλε για δουλειά στα κτήματα του γείτονα τσιφλικά μέχρι να μπορεί να πατήσει στα πόδια του. Εξάλλου η καλύβα που του παραχώρησε ο κύριος Όθωνας ήταν εφάμιλλη με ότι ο μπαμπάς του Θανασάκη αποκαλούσε «το τσαρδί μου».
    Ο Θανασάκης έβλεπε και μάθαινε γρήγορα. Παρατηρούσε και τα καλά και τα στραβά που συνέβαιναν στο μεγάλο υποστατικό της οδού Ευρώπης. Ο Όθων ήταν ένας ακριβοδίκαιος μπονβιβέρ σπουδαγμένος Δυτικότροπα και προσαρμοσμένος Ελληνότροπα. Φρόντιζε να μη του βάζουν χέρι οι πλιατσικολόγοι και όταν ερχόταν η ώρα να βάλει χέρι αυτός, χρησιμοποιούσε τρίτους, ανθρώπους χωρίς πολλούς ενδοιασμούς με μια ικανή ποσότητα λαιμαργίας. Τους έδινε ποσοστά και τους έκλεινε το στόμα.
     Τα πρώτα χρόνια ο Θανασάκης αισθανόταν αηδία για αυτούς, τους αποκαλούσε τα μακριά χέρια του αφεντικού. Ήταν ο Χαφιέ, η Ιρλάνζ, ο Σύλβιο, αυτοί σίγουρα αλλά και άλλοι προφανώς που δεν άφηναν ευδιάκριτα ίχνη για τις βρομοδουλειές τους.
    Πέντε δέκα φορές είπε να ψάξει για άλλο υποστατικό ο μικρός, του πέρασε ιδέα να γυρίσει στο τσαρδί και να το φτιάξει από τα θεμέλια όπως ήθελε αυτός, να σκάψει τους κήπους, να βάλει κοτόπουλα και κουνέλια από πίσω, να βάλει και κατσίκα. Μα του έμοιαζε μαραθώνιος ετούτος ο δρόμος.
    Στου αφεντικού το υποστατικό έμπαινε και έβγαινε κόσμος. Ο Θανασάκης ήταν εκεί γύρω επίτηδες, έπαιρνε από τα χέρια των υπηρετριών τους καφέδες και τους πήγαινε στα αφεντικά. Μια μέρα που βγήκανε φωτογραφία όλοι οι μεγαλοτσιφλικάδες στο σαλόνι με τα μεγάλα παράθυρα της οδού Ευρώπης ο μικρός είχε μόλις ακουμπήσει τα ουίσκια και τον πήρε η κάμερα στην άκρη καμαρωτό να στέκεται με την βράκα του την Κυριακάτικη.
    Σιγά σιγά έμαθε να λέει μικρές εξυπνάδες και οι τσιφλικάνοι τον αγάπησαν, του χτυπούσαν την πλάτη και από το χαμόγελό τους ο Θανασάκης έβγαινε ενισχυμένος συναισθηματικά.
    Ο μικρός ήταν καλός. Ανέβασε το μισθό του κάνοντας ακριβώς ότι τεμενάδες χρειαζόταν στον Όθωνα, πήρε και κανά δυό τρείς, εξήντα τρεις φορές μπαξίσια και δανεικά, ντύθηκε, ξουρίστηκε σουλουπώθηκε και έγινε εξ απορρήτων , έτσι το έθετε αυτός.
Που και που γύριζε στην κυρία Αγλαία και τον Περικλή και κρεμούσε μια αρμαθιά λουκάνικα Μονάχου στο πλυσταριό για να τους κάνει το κομμάτι του. Τους μιλούσε με τις ώρες για τα μεγάλα κεφάλια και τις παστρικές μπίσνες με τους εγκάθετους του τσιφλικά, τα μάτια του ποτές δεν ήταν τόσο ζωντανά.
    Μια μέρα ο Θανασάκης είδε τον μπαμπά του να μπαίνει στου Όθωνα. Κρύφτηκε στους θάμνους από σαστιμάρα. Πριν περάσει μια ώρα ο πατέρας του βγήκε με κόκκινο από έξαψη πρόσωπο και έτρεξε προς το τσαρδί. Ο Περικλής φαινόταν διαφορετικός. Και αυτό επιβεβαιώθηκε το βράδυ που πέρασε και πήρε το παιδί του σπίτι, όπου τους περίμενε μια υπερήφανη μάνα, με ένα τραπέζι γεμάτο γεμιστή κότα, λαχανικά και τρομερή τούρτα σοκολάτα. Οι δυό γονείς του Θανασάκη κοιτιόντουσαν με θριαμβευτικό ύφος και παρ΄ολίγο να τον διώξουν πριν την ώρα του με εκείνο το εμφανές ρίγος που έχουν δυό που θέλουν να αποσυρθούν μόνοι στην κρεβατοκάμαρη. Το τσαρδί στέναξε εκείνο το βράδυ.
   Το πρωί πέρασαν οι αστυφυλάκοι και πήραν τον μπαμπά του Θανασάκη, τον Περικλή, στο τμήμα ασφαλείας Ευρώπης 17. Με συνοπτικές διαδικασίες αποκαλύφθηκε ότι ήταν ο υπαίτιος για δεκάδες υπεξαιρέσεις τα τελευταία εκατό χρόνια. Το αστείο για τον Περικλή ήταν ότι πάτησε μόνο μια φορά το πόδι του στο μεγάλο υποστατικό. Τον πέταξαν στα κάτεργα και του πήραν το τσαρδί για στάβλο των αλόγων τους.
   Ο Θανασάκης αποσβολωμένος πήγε έναν περιποιημένο καφέ στον κύριο όθωνα και τον κοίταξε με ένα τεράστιο παράπονο.
- Ο κύριος Περικλής είναι ο μπαμπάς μου.
- Σσσσσσς. Ωραίος καφές, μπράβο ρε μικρέ. Ο κύριος περικλής είναι απρόσεκτος. Δεν έπρεπε να σε αφήσει από την αρχή να ξεπορτίσεις. Τώρα μου χρωστάει τα έντερα και θα πρέπει εμείς να βρούμε μια λύση. Θα δουλεύεις λίγο παραπάνω για μερικά χρόνια και εγώ θα σε προσέχω να μη πάθεις κακό. Ο μισθός σου θα είναι η επιστροφή των χρεών σας. Θα τρώς εδώ. Εδώ θα κοιμάσαι, εδώ θα ονειρεύεσαι, εδώ θα αναπνέεις, αέρα της οδού Ευρώπης. Και εγώ θα σε φροντίζω, ότι και αν χρειαστείς. Ντάξει μικρέ ;

Τετάρτη, Απριλίου 27

Το κλείσιμο μιας δύσκολης μέρας, μια μακριά νύχτα

  Για τον Άγγελο κι αυτή η νύχτα ήταν μια συνηθισμένη. Τα φτερά του πεσμένα σαν τα κέφια του, η πολυθρόνα άβολη σα παγκάκι σε επαρχιακό πάρκο, το μυαλό κοκτέϊλ με ζεστά υλικά, ζητείται παγάκι, ζητείται ψυχραιμία.
  ο Άγγελος, ήταν αμπελουργός, κατά μια έννοια.
  ο Άγγελος ήταν επίμονος, κατά γενική ομολογία.
  ο Άγγελος ήταν νέος, μα όχι αρκετά.
  Τέντωσε τα φτερά του και κλικάρισε το Jazz FM του Brian Parker στο PC. Mέχρι εδώ πήγαινε κάθε βράδυ.
  Έβαλε merlot σε ένα θαμπό κολωνάτο ποτήρι, μέχρι εδώ πήγαινε συχνά.
  Έβαλε καθαρά Α4 κάτω από το μολύβι και άρχισε να τρίβει τους κροτάφους του. Μέχρι εδώ έφτανε πάντα.
Σκέφτηκε ένα ένα όλα τα μισογινωμένα του αμπέλια. Στοιχειωμένα ήτανε τα περισσότερα. Πρασίνιζαν μέχρι να απογειώσουν τις προσδοκίες και μετά αρρώσταιναν, πρώτα στα φύλλα και μετά μέχρι μέσα, μέχρι να γίνουν αγνώριστα, μέχρι να μην αξίζει ούτε το νερό με το σταγονίδιο που τα δροσίζει.
  Oι σχέσεις, η προσωπική του ανάπτυξη, τα δημιουργήματά του ακόμη και οι ατασθαλίες του έμοιαζαν ημιτελή. Αυτό. Ημιτελή.
  Υπάρχουν δυό τρόποι να το διαβάσεις αυτό, ότι προλαβαίνω κάνω είναι ο επικρατέστερος, είμαι κοντινών αποστάσεων είναι ο δεύτερος. Τρίτος υπάρχει ;
  Υπάρχει..
  Κάνω ότι πρέπει να κάνω για να λέω στον εαυτό μου ότι είμαι επαρκής. Κάθε βράδυ. Οπότε, αφού κάθε βράδυ, ο ορίζοντας είναι 24 ώρες.
  Γιατί ;
  Γιατί κάθε βράδυ ;
  Τι σόϊ αμπέλι είναι αυτό που πρέπει να βγάζει ένα τσαμπί τη μέρα 365 μέρες ;

  Ο Άγγελος πήρε το μολύβι και τράβηξε από το καλάθι όλα τα χθεσινά χαρτιά. Μισοτελειωμένα και μισοτσαλακωμένα άρχισε να τα κοιτάζει ένα ένα με μεγάλη προσοχή.  Μπήκε στον κόπο να τα ομαδοποιήσει. Χρησιμοποίησε τίτλους και έφτιαξε αράδες με χαρτιά που είχανε το ίδιο κουσούρι.
  Αδύναμες σχέσεις.
  Ταξίδια που εγκαταλήφθηκαν στη μέση.
  Ημιτελείς αμαρτίες.
  Γεύματα που τελειώσανε βιαστικά.
  Ζωγραφιές της ψυχής που δεν έχουν μπογιατιστεί.

   Έκαμε πάνω από 20 στοίβες χαρτιά. Τα κοίταξε δεύτερη και τρίτη φορά. Μετά από ώρα πάνω πάνω ήτανε σε κάθε στοίβα εκείνο που έπρεπε να είναι πάνω.
   Πήρε να ξημερώνει. Δεν τον πείραξε, που πήρε να ξημερώνει.
   Υπήρχε τώρα πολύ δουλειά. 
   Έπλυνε με επιμέλεια το κολωνάτο ποτήρι. 
   Πέταξε τα χαρτιά που ήτανε κάτω από εκείνα που ήτανε πάνω πάνω. 
   Πήρε δέκα μισογραμμένα φύλλα στα χέρια και σηκώθηκε.
Τα φτερά του ήταν πεσμένα. Τα σήκωσε και τα τίναξε, να φύγει η σκόνη και η...

Πέμπτη, Απριλίου 21

Ν αμην μπαίνουν



   Πέρασε το χέρι του στη μέση της.
Αυτή αφέθηκε. Της φάνηκε αρμόζον.. προς στιγμής.  
  -  Με λένε…  
- Σσσσσσςςςςςς.
Του ‘κλεισε το στόμα με τα ακροδάκτυλα.
-Ξέρω πως σε λένε, κουτάβι.
  - Έχεις δίκιο. Τι νόημα έχει..
- Όχι, έχει, έχει δε λέω, μόνο, να, τώρα προέχει ποιος είσαι, όχι πως σε βάφτισαν, καταλαβαίνεις ;

  Το χέρι του έτρεμε. Την ακουμπούσε αλλά διστακτικά, σαν να δοκίμαζε αν καίει. Ήταν αδύναμος, ισχνός, με σβηστά γαλανά μάτια, σα Χριστός στο σταυρό.
- Με λένε μόνη.
    - Και μένα, και μένα με λένε Μόνο.
Γύρισε και τον κάρφωσε στα μάτια με αυθάδεια.
- Με ψεματάς τώρα ;
    - Όχι, όχι, έτσι με λένε.
- Απόψε ;
    - Όχι κάθε μέρα.
- Α, γιατί εμένα μόνο απόψε… μόνο απόψε. Κατάλαβες ; Θέλω να κάνουμε μια ξεκάθαρη αρχή. Τα φύλλα στο τραπέζι.
    - Εντάξει, Μόνη Απόψε. Ωραίο ονοματεπώνυμο. Να υποθέσω ότι μπορείς να μου δείξεις κάποιο στοιχείο ; Μια φοιτητική ταυτότητα, ένα πάσο ; Ξέρεις, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός στις μέρες μας.
- Στις μέρες μας. Ναι. Θα σου δείξω. Ορίστε..
Έβαλε το χέρι και τράβηξε από το φούτερ το πακέτο. Είχε δύο.
    - Να πάρω ;
- Όχι ακόμα. Στο δείχνω σαν ταυτότητα. Το κάπνισμα μπορεί να σκοτώσει. Τι λες ; Με πιστεύεις τώρα ;
   - Σε πιστεύω. Ήμουν σίγουρος, απλά έπρεπε να βεβαιωθώ. Και τι θα ήθελες απόψε Μόνη Απόψε ;
- Θα ήθελα να κρύψεις εκείνη τη σελήνη.
   - Να την κρύψω, αλλά δεν πάει έτσι. Δε μπορείς να αλλάζεις όλο το σκηνικό. Το φεγγάρι θα παίξει ρόλους, Απόψε..
- Αν σηκωθείς και καθήσεις εμπρός μου, με τρόπο που να κρύψεις Εκείνη, εγώ θα σου δώσω το ένα μου τσιγάρο μόλις τελειώσω το τσιμπούκι.

  
   - Δε γίνεται λυπάμαι, είμαι δειλός και κοντός. Αν θέλεις απλά να καθόμαστε εδώ και να την φοβόμαστε, ντάξει, αλλιώς φεύγω.
- Δεν μου λες ; Τι σόϊ μόνος ; Εσύ θα μου δείξεις ταυτότητα ;
   - Ευχαρίστως…
Σήκωσε το μανίκι του αριστερού χεριού του. Αυτή κατάλαβε.
- Μόνος Ράκος. Το ήξερα από την αρχή. Είμαι γκαντέμω εγώ.

Πέρασε το χέρι του στη μέση της. Ακούμπησε με σιγουριά. Ήταν περασμένες ένδεκα. Αχνό κίτρινιάρικο φως έμπαινε από πάνω, από εκείνα τα άχαρα σπασμένα κώνικα φώτα του πάρκου. Το φως έκανε να σβήσει, ανοιγόκλεισε τα μάτια της και ψιθύρισε..
- Ποιος διάολος είσαι εσύ ;
    - Με λένε Μόνο Συνεχώς.
- Μου κρατάς τη μέση, δε καταλαβαίνω το λόγο.
   - Κρατιέμαι από κάπου, συνέχεια κρατιέμαι από κάπου μη πέσω, μη δίνεις σημασία.
Γύρισε και τον κοίταξε στο στόμα. Με εξεταστικό βλέμμα. Μέσα από το ξανθό μουσάκι του έβγαινε ένα χείλι που δεν ήταν και το πιο βέβαιο χείλι του κόσμου. Έσκυψε και το δοκίμασε . Πικρό. 
-Τα λέμε είπε εκείνη, κι έφυγε τρεκλίζοντας.
     Την άλλη μέρα τον βρήκαν στο παγκάκι οι φύλακες. Τον έβαλαν σε σάκο. Παστρικιά δουλειά. Μετά σκούπισαν τα φύλλα. Ο κόσμος περνούσε με τα κεριά και μαζευόταν στις εκκλησιές για να ανακουφίσει την αγωνία του. Μια κερά πέρασε εμπρός από το ασθενοφόρο κρατώντας γαριφαλάκια. Έκανε το σταυρό της κοιτώντας με αηδία το παγκάκι.
   - Κάθε βράδυ εδώ βγάζουν τα μάτια τους. Αει στο διάολο. Όλα τα έχουμε, έχουμε και τους πρεζάκηδες στα πόδια μας. Να το φράξετε το πάρκο ακούτε ; Ακούτε ; Άμε στο διάολο κι αυτοί. Μέρες που είναι...
Κι έχω να πάω στα δώδεκα ευαγγέλια, μολύνω το στόμα μου. Να το φράξετε, να μη μπαίνουν. Πουθενά να μη μπαίνουν. Ούτε στη ζωή μας, ούτε στην πόλη μας, ούτε στη συνείδησή μας. Αμην.

 

         

Τετάρτη, Απριλίου 20

τα λάθη και τα άνθη


Η πανσέληνος υποχωρεί,
το νιώθω στον πόθο
    κλωνάρι ξερό
πλημμελώς ποτισμένο
   παστρικά δηλητηριασμένο
με τα άκρα μου έτοιμα να σκάσουν …
   Θα βγάλουν φύτρες ;
Θα βγάλουν αίμα ;
   Τι χρώμα ;
Η πανσέληνος πρόφαση,
το νιώθω στον αυχένα
    που δεν συνεργάζεται
για να με αφήσει να δεχθώ
    μια βάφτιση στα πάθη Του.
Πίσω από την πανσέληνο λιακάδα , λεν
    πίσω από τα πάθη Του οι μετάνοιες
μόνον για εκείνα που δεν έκαμες.
    Ιστορία εγώ δε θα γράψω, μάλλον
Η επόμενη πανσέληνος είναι κοντά
    θα την τιμήσω πάλι όπως της πρέπει…
με μια χορταστική μερίδα λάθη.
Ποια είναι τελικά τα λάθη
                 Μα το θεό…
    Μοιάζουν τόσο πολύ με άνθη

Κυριακή, Απριλίου 17

η δύναμη των λέξεων


είμαστε ενοχλημένοι, τι μας εμποδίζει να πούμε την αλήθεια ;
είμαστε πολλοί, τι μας εμποδίζει να συναντηθούμε ;
είμαστε συγγραφείς, τι μας εμποδίζει να αλλάξουμε τον κόσμο ;
http://www.youtube.com/watch?v=Hzgzim5m7oU&feature=share

Σάββατο, Απριλίου 9

ήρθαν και φέτος..

  παρ' όλες τις υποβαθμίσεις του fitch και της Morgan Stanley τα χελιδόνια , αυτά που από πάνω σαν τηγάνι από κάτω σαν ταψί από πίσω σα ψαλίδι και από εμπρός απλώς... μια ομορφιά, ήρθαν εδώ, στον ύστερο τόπο της αγοράς των μανιακών, γιατί τους αρέσει να μην αλλάζουν τις επιλογές τους, όταν πρόκειται για τη δική τους ζωή. Για αυτούς που έρχονται, παρ΄όλο που... για αυτούς που σχεδιάζουν πράγματα παρ' όλο που, για εκείνους που ονειρεύονται το βράδυ παρ' όλο που, για τούτους θαρρώ αξίζει να γράφεις, να δουλεύεις, να προσεύχεσαι και να αδημονείς. Να αδημονείς για να τους συναντήσεις, σε στρόγγυλα τραπέζια και ξύλινες καρέκλες που μοσχοβολάνε αλμυρό ιδρώτα .Είναι όλων των εθνικοτήτων, μπορεί να είναι και Νορβηγοί και Πολωνοί χωρίς να χάνουν το βαρυσήμαντο της άφιξης, μπορεί να είναι χαμάληδες και εργοστασιάρχες , όλοι με βερμούδα και σαγιονάρα ίδιοι φαίνονται, από πάνω σαν αστοί, από κάτω σα παιδιά, από μέσα μαχητές και από έξω νουνεχείς, με ένα ίδιο τρόπο αντίδρασης στα καταιγιστικά πράγματα, είτε είναι αξιολογήσεις οικονομίας, είται είναι τζατζίκι που πέφτει από τα χέρια του γιού του ταβερνιάρη προς τη βερμούδα, έναν ίδιο τρόπο αντίδρασης που αγαπάω να κοιτώ. Καρτερικότητα προς την ηλιθιότητα και βεβαιότητα για την διαιώνιση των μυστικών της ζωής.
...ο Moodies λέει πως του χρόνου μπορεί να πάνε αλλού και αν υπήρχε Θεός, λέω τώρα, θα μπορούσε να τα στείλλει όλα, ΟΛΑ μαζί στο κτίριό του για μια μέρα για να κοπρίσουν τα άθραυστα τζάμια του και να φύγουν.
   Φέτος πάντως ήρθαν. Αυτό βλέπω, αυτό λέω.
Απλά τα πράγματα

Δευτέρα, Μαρτίου 14

κι εσύ φυτεύεις κάκτους


     Μέσα σε παραισθήσεις που τονίζει το σκοτάδι πίσω από την άσπρη οθόνη,  με ρίγη από το κρύο της κάμαρας,  και με τις ωδίνες του μυαλού μου να με σχίζουν σα ξυράφια, μέσα σε ένα ογκώδες συνονθύλευμα από θυμούς και σκισμένα χαρτιά με σκίτσα σου μουτζουρωμένα σκουπίζω τη ψυχή μου με επιμέλεια παστρικιάς νησιώτισσας για να μαζέψω αρκετά στη γωνιά, αρκετά θρύμματα ώστε να αξίζει να σκύψεις εσύ με το φαράσι και να τα περισυλλέξεις. Θα έχει και υλικά αμφισβητούμενης αξίας, ω ναι, χθεσινά μασημένα, νοητικά περιττώματα και άδειες κούτες τσιγάρων που βρωμούν μεθύσια. Και θα είσαι τυχερή  αν μέσα σε όλα αυτά βρεθεί ένας σβώλος που να αξίζει δυο παράδες, κανένα δυο πέταλα μποκαμβίλιας της προκοπής και μια ρώγα σταφύλι που δε σάπισε εντελώς. Είσαι συχνά ; Τυχερή σου λέω… Είσαι ;
    Είσαι αρκετά τυχερή για να μπορείς να σκύψεις καμιά φορά στους σωρούς που έχουν σκουπίσει άλλοι και να γυρέψεις κάτι ;
    Πρέπει να είσαι τυχερή. Αναλογίζομαι την έκταση της δύναμης που κρύβει το ανεκπλήρωτο. Αυτό δε σηκώνει την ανθρωπότητα από το κρεβάτι κάθε πρωί ; Ε; Μερικοί μαλάκες λένε πως είναι ο φόβος. Η κινητήρια δύναμη είναι, λέει ο φόβος. Πούτσες. Ο φόβος δε μπορεί να σηκώσει από τον ύπνο ούτε ακρίδα που πήραν φωτιά τα πίσω της πόδια. Το ανεκπλήρωτο είναι.
    Η πιο συχνή παραίσθησή μου είσαι εσύ. Δε με πιστεύεις ; Θα το αντέξω. Είσαι διαφορετική όπως σε βλέπω εγώ στο δικό μου το σκοτάδι. Είσαι ένα μυρωδένιο μουνί που με αποζητάει για να με κλείσει μέσα του ολάκερο , να με καταπιεί. Γύρω ακούγεται  ξανά εκείνος ο Βιβάλντι που έκαμε μάρμαρα να λιώνουν σα παγωτά. Τότες που η γυναίκα ήταν ντυμένη σα κρεμμύδι στους κορσέδες και το άγγιγμά της μοναχά στο χέρι ήταν έγκλημα ειδεχθές. Σε είδε χθες το μάτι μου να πλησιάζεις με ένα μπούστο σαν εκείνα που έκαναν κάποιον να χρειαστεί τη λέξη μπούστο, σε λευκή δαντέλα, λικνίζοντας μπούκλες και κρατώντας ένα ποτήρι χολή. Και ήξερα πως αν με κάμεις δικό σου, για μια στιγμή θα ζήσω… και θα φύγω από πόνο σφαδάζοντας καθώς κανείς δε θα μου συγχωρήσει ένα τέτοιο ονειρεμένο γαμήσι. Θα γίνω μια μέλισσα που εκδικήθηκε μα χωρίς να ζήσω να με δω να εκδικούμαι. Τι σκατά εκδίκηση θα ήταν αυτή ;   
    Αν κοιτάξω πολύ ώρα την οθόνη φεύγεις ! Γι αυτό χτυπάω κάθε πέντε αράδες μαζεμένα γράμματα οοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοο     έτσι για να με κάμουν να κοιτώ μέσα στις τρύπες τους και να με ζαλίζω. Μα δε φεύγουν οι πουτάνες. Η περιφερειακή όραση ενεργοποιεί ξανά την περιφερειακή σκέψη και ξαναπέφτω στις παραισθήσεις σα ψάρι από τη σακούλα στη γυάλα. Με ένα γλούπ που από μέσα μου είναι ουπς και σε σένα φαίνεται σπλάτς.
      Η δεύτερη πιο δυνατή μου παραίσθηση είναι η μυρωδιά του ιδρώτα σου όταν φυτεύεις στη μαρκίζα τους κάκτους. Είμαι ικανός να παρακάμψω όλη τη σκουπιδίλα του σοκακιού που μας χωρίζει και εκείνη τη μυρωδιά του χώματος που έχεις ανακατέψει και να χώσω τη μύτη μου στις μασχάλες σου. Για μένα δεν υπάρχει πιο γερό ποτό από μια εισπνοή στη μασχάλη σου από απόσταση. Από κοντά δε ξέρω, δε ξέρω αν είσαι και καθαρό άτομο. Δεν είναι αστείο τώρα αυτό. Μερικές, τι μερικές, οι περισσότερες κάνετε και μια προσπάθεια να βρωμάτε προς αποφυγήν περιστατικών.
      Τα περιστατικά είναι ανεπιθύμητες καταστάσεις γιατί κάνουν κακό στα πέριξ στατικά.
       Η τρίτη παρ-αίσθηση είναι η φαρμακερή όπως πάντα.  Μη γελάς κοθώνι.  Δεν είναι τυχαίο ότι λατρεύεις τους κάκτους και ούτε ότι μένω σε ικανή απόσταση για να μου φέρνει η αύρα τους χυμούς του κορμιού σου απέναντι. Είναι ένα κυνικά στημένο από τη μοίρα ανεκπλήρωτο. Εσύ έχεις αγκάθια στα χέρια, εγώ πρέπει να πηδήξω στο κενό και η ιστορία μας ίσως να μη γραφτεί ποτέ γιατί στο κρίσιμο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι να ιδρώσεις και μέχρι να νικήσω την υψοφοβία μου έρχεται άλλη στο μπαλκόνι σου καινούργια νοικάρισσα με καινούργιο ιδρώτα. Η τρίτη αίσθηση που διαθέτω με καθοδηγεί να μη σε ψάξω, εσύ μετακομίζεις χωρίς αυταπάτες και τελειώνει εκεί, τελειώνει γαμώτι μου, τε.. οοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοο   αει στο διάολο και συ!
         Μέσα σε παραισθήσεις που τονίζει το σκοτάδι πίσω από την άσπρη οθόνη,  με ρίγη από το κρύο της κάμαρας,  και με τις ωδίνες του μυαλού μου να με σχίζουν σα ξυράφια, προλαβαίνω να θυμηθώ τη μυρωδιά σου που και που. Είναι μυρωδιά μιας δυνατής επιθυμίας. Οι αγγλοσάξονες έχουν τη λέξη lust που μεταφράζεται ως άμετρος επιθυμία. Εμείς λέμε καύλα αλλά δε το γράφουμε.
          Τώρα πρέπει να αποσύρω την άμετρο φλυαρία μου γιατί πίσω από την άσπρη οθόνη έχει ένα άλλο παράθυρο που λέγεται με νου. Menu, what ever…. Με το νου στη γη θα κάνω μερικές από τις απαραίτητες ρυθμίσεις που οι άνθρωποι λέμε ζωή και πολύ πολύ γρήγορα θα επανέλθω εδώ που ανήκω. Στις παραισθήσεις. Να είσαι εκεί, πιο αποφασισμένη ή πιο ιδρωμένη τέλος πάντων.
Καλά ;

Κυριακή, Φεβρουαρίου 6

NEA KΡΗΝΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Σχόλιο στην ταινία μικρού μήκους της Σοφίας Τολίκα :
http://www.sophiatolika.gr/rest.php?content=video

3,2,1, action
Κάνει μια ησυχία που μου προκαλεί ανησυχία.
Πλατεία Ελευθερίας, περιοχή Βενιζέλου, επικράτεια καταχνιάς. Όταν βρέχει η πόλη στεγνώνει. Ανεβαίνω.
Καθώς οι πόρτες κλείνουν εικόνες περνούν φευγαλέα στα τζάμια. Εσύ έξω, εκείνος παντού, γελά, περνά.
Δεν έχω πλέον επιλογή. Επιβαίνω. Καλώς. Να, κοίτα !
Το σκηνικό είναι έτοιμο και επιβλητικό.
Να, τώρα θα γίνουν τα κτίρια διαβάτες. Θα επιστρέφουν από τη δουλειά, μαζί με τις κολώνες και τις αλέες. Να, τώρα τα δέντρα θα περνούν απ’ τα παράθυρα βιαστικά.
Θα τρέχουν για πίσω χωρίς να λυγούν. Στητά.
Tώρα θα γίνουν τα αυτοκίνητα ακίνητα .
Και οι βιαστικοί θα βηματίζουν προς τα πίσω.
Επιβαίνω & αναμένω με πείσμα εκπλήξεις.
Καιροφυλακτώ για ένα θέαμα. Χωρίς ελπίδα.
Γιατί μετά δε συμβαίνει τίποτα που να αξίζει  παράδες.
Σε αυτό το γκρι κουτί με τα λιανά καθίσματα, δεν δημιουργούνται γεγονότα. Μεταφέρονται προσδοκίες και υποβόσκουν εκβάσεις. Όχι λύσεις..Μονάχα ενδείξεις.
Λείπει η ανάσα της πόλης από εδώ μέσα.
Σήμερα. Όχι πάντα.
Δεν έπρεπε να μπω.
Ήταν μια προφανής επιλογή, το κάνω αυτό συνέχεια.
Παίρνω τις προφανείς αποφάσεις εννοώ.
Άλλη μια μέρα είναι, μονάχα άλλη μια μέρα. Οπότε ;
Αποφασίζω να συνεργαστώ.
Όλα πηγαίνουν προς τα πίσω, κατά μια έννοια επιβαίνοντας εδώ διαβάζω το μέλλον. Πίσω από την στροφή, μια εικόνα, στην επόμενη στάση, δυό επόμενοι άνθρωποι, μπορεί και τρείς. Και μετά κι άλλοι.
Και εμένα, οι συν επιβαίνοντες,  μου αρέσουν.
Μου αρέσει που μπαίνουν και βγαίνουν με σιγουριά.
Μου αρέσει ιδιαιτέρως η στιγμή πριν κατέβουν.
Τους κρυφοκοιτώ. Ξέρουν.. ότι ξέρω ότι ξέρουν.
Αν μιλούσαμε θα συμφωνούσαμε, ποιος ο λόγος ;
Να μιλήσεις, αν δεν υπάρχει διακύβευμα ;
Εκείνη με κοίταξε φευγαλέα. Ή όχι.
Αδυσώπητη σιωπή. Κανείς δε θέλει να μοιραστεί τίποτε με κανέναν. Οι φορμάϊκες και τα πλαστικά φθηνά.
Είμαστε σαν άγνωστοι σε στενό ασανσέρ, μόνο που πηγαίνει οριζόντια, δεν είναι παράξενο… έτσι ;
Όλοι κοιτάζουν δήθεν απορημένοι εκτός.
Απορριμμένα  εντός τα εκ βαθέων. Διεκπεραίωση.
 Ρηχή βιασύνη. Αντίστροφη μέτρηση για το επόμενο.
Κι εκείνη ; Είναι η δεύτερη φορά.. ναι, ναι !
Νομίζω πως με κοιτάζει καχύποπτα, αλλά πάλι όχι..
Θα είναι μάλλον το άγχος μη κατέβει σε λάθος στάση.
Ίσως να ήθελα να κοιτάζει εμένα, μονάχα.
Επιβαίνοντας, πάντα η στάση τους γίνεται αστεία.
Αδυσώπητα αμυντική, χωρίς προεξοχές,
υποστάσεις συρρικνωμένες στον ελάχιστο χώρο.
Και ένα γύρω σύρμα αγκαθωτό.
Ξανακοιτάζω έξω, για να μη κοιτάξω μέσα
Μέσα στο λεωφορείο, μέσα τους, μέσα μου, το ίδιο πονάει.
Κοιτάζω λοιπόν έξω, πάνω, κάτω , κάπου για να τελειώνω.
Κι αυτά τα χερούλια με τα μικρόβια έπρεπε να είναι πιο χαμηλά, δεν είμαστε κι όλοι ντιρέκια, όχι;
Με κρυφο-παρατηρούν… όχι μόνο εμένα, όλους.
Δειγματολόγιο ανθρώπων.. live & κυρίως δωρεάν.
Ύποπτοι παρεκκλίσεων, όλοι μας, όλοι… Λίγο πιο…
ομοφυλόφιλος, λίγο πιο χοντρός, λίγο πιο ξένος, λίγο πιο όμορφος, νέος, φτωχός, γέρος, σιωπηλός, μαύρος, καλοντυμένος, σκυθρωπός, ξετσίπωτος. Λίγο, αρκεί !
Κάθε ένας μπορεί να γίνει ύποπτος, αλλά πάντα ένας.
Μόλις βρεθεί ο πρώτος σταματά η αγωνία.
Μόνο ένας ανάρμοστος χωρά σε κάθε όχημα, το ξέρουν από το χωριό, από το σπίτι, από τη ζωή. Μόνο ένας δικαιολογείται να εξέχει, δημιουργός ειδήσεων καμιά φορά γεγονότων.
Και εδώ σήμερα, ο μόνος που εξέχει είναι ένα μικρό, λίγο χοντρό ομολογουμένως μωρό, που κοιμάται πάνω στη μήτρα της, το μόνο μέρος που είναι το λιμάνι.
Το μεταφέρουν, αλλά όχι μακριά της. ΟΚ !
Έχεις μεταφερθεί κάπου στον ύπνο σου ; Όχι ε ;
Να το δοκιμάσεις. Θέλω να πω, αν γίνεται !
Το κεφάλι μου αποζητά αποκούμπι. Βρωμερό τζάμι.
Έξω πλένει τα πάντα σε τιμές προσφοράς.
Μουσκεμένα πεζοδρόμια, είδωλα, κτίρια ανάποδα και μυρωδιά βρεγμένης γάτας. Δε τη μπορώ τη βροχή.
Βρέχει ασταμάτητα, με ήλιο, με σκοτάδι, βρέχει.
Οι άνθρωποι συγκλίνουν δήθεν από επιλογή.
Πόσοι χωρούν κάτω από μια στάση ;
Πόσοι χωρούν δίπλα δίπλα με την ίδια στάση ;
Υπάρχει ένας με ομπρέλα. Δείχνει βαρετά προνοητικός.
Ο ίδιος βαυκαλίζεται τη διαφορά του, ντύνεται με αυτήν.
 Πόσοι χωρούν που έχουν διαπράξει την ίδια απρονοησία ;
Να μην πάρουν ομπρέλα Νοέμβρη μήνα ;
Δε φαίνονται μετανιωμένοι, ενοχλημένοι ίσως. Ίσως.
Αυτοί που έχουν κάπου να πάνε έτσι κι αλλιώς είναι ένα κλικ μπροστά, από εκείνους που δεν έχουν.
Τι ;
Κάπου να πάνε.. λίγο είναι ;
Που και που κάποιος αναδύει βεβαιότητα. Κάθεται απλά, χυμένος στο χώρο και μπεγλερίζει την ξενοιασιά του στα μούτρα σου. Σε κοιτάζει μέχρι να αποτραβηχτείς. Είναι παιχνίδι για κατασταλαγμένους. Εγώ δε παίζω.
Θα παίξω, αλλά αργότερα. Μαζεύω δυνάμεις.
Είναι η στάση μου στα πράγματα για την ώρα.
Πάω να πέσω, κρατιέμαι και συνεχίζω. Πρέπει να κρατηθείς γιατί εδώ, αυτοί φρενάρουν απότομα.
Νέα Κρήνη… Τέρμα…Αυτή δεν είναι η στάση μου.
Το όχημα σταματά. Δεν κατεβαίνει κανείς…
Ίσως δεν είναι τόσο άσχημα εδώ.
Τα πράγματα βαίνουν καλώς για αυτούς που επιβαίνουν. Πιστεύουν ότι βρίσκονται στο σωστό λεωφορείο.
Και εν πάσει περιπτώσει, αυτοί είναι πάνω.
Όλα προχωρούν, αργά ή γρήγορα.
Καλύτερα να είσαι πάνω.
ο επιβαίνων νικά.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 21

μπλιάχ


Πως κόλλησα εδώ ; Δεν είναι για πολύ καιρό αυτό το μέρος. Όλα είναι άναρχα και , το χειρότερο, τελεσίδικα ακίνητα στην αταξία τους. Έχει καταστρατηγηθεί κάθε έννοια προσωπικού χώρου. Σα να στοιβαχθήκαμε όλοι μας σε όποιο μέρος τερματίσαμε αυτή την τελική κατρακύλα μας προς την ευθανασία. Αισθάνομαι εντελώς σωριασμένος. Σαν την ανάμνηση μιας μέτριας σχέσης. Δε θα έλθει να με πάρει ; Θέλω να πω, κάποια θα περάσει έστω και τυχαία από εδώ. Δε μπορεί. Να με σηκώσει από το σωρό. Να με ξεχωρίσει. Να με ξεκουνήσει και να με στροβιλίσει σε ένα όμορφο παιχνίδι με τη βαρύτητα . Να συνθλίψει το σχήμα που είχα μέχρι σήμερα. Και μετά, με την άδειά μου ή ενάντια στις ενστάσεις μου να με συνθλίψει ώσπου να με κάνει αγνώριστο.
Και έτσι, ανακατασκευασμένος σε ένα νέο τυχαίο καλούπι μπορεί να ταιριάξω αλλιώς με τους γύρω μου. Θα χύσω πάνω τους όλες μου τις κύκνειες ουσίες, κι εκείνοι όλοι θα τις δεχθούν γύρω τους με ευγνωμοσύνη καθώς δεν μπορούν να ελπίζουν σε τίποτε ποιο απροσδόκητα ανανεωτικό. Και οι χυμοί μας θα φτιάξουν νέες πιο πολύπλοκες μυρουδιές, ώσπου να επιβληθούμε. Γιατί θα επιβληθούμε, να το δείτε. Η αυτοκρατορία μας γεννιέται…
Μια όαση για τους ευμετάβλητους και τους οραματιστές. Μια και μόνη λύση. Μια κοινότητα άτακτων μικρομονάδων φτιαγμένων από ανθεκτικό υλικό και με αντιστάσεις στη φθορά του χρόνου.
Πως κόλλησα εδώ ; Σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Θα έλθει κάποια ; Έστω και μετά από εφτά μέρες που μου φάνηκαν χρόνια ;

Και τότε, όπως γίνεται πάντα τη στιγμή που σε καταλαμβάνει ο τελευταίος πανικός το σύμπαν συνωμοτεί ( αν μου συγχωρήσετε το κλισέ ) και συμβαίνουν αφίξεις :
Ο ήχος της ήταν αντάξιος της στιβαρότητας της.  Ναι. Αυτή είναι η λέξη. Μια στιβαρή με μεγάλες καμπύλες ύπαρξη ήταν το όνειρό μου. Πάντα είχα μια εμμονή με τον όγκο. Αυτός ο ήχος, στην αρχή πενιχρός και ασήμαντος, μετά επίμονος και στο τέλος επιβλητικός. Μια ιαχή της αναχώρησης ! Θριαμβικά εμβατήρια κροτάλιζαν σα γρανάζια που προετοιμάζουν το γεγονός. Είχε σημάνει η ώρα μου. Αφέθηκα στη δύναμή της. Είναι ωραία όταν αφήνεσαι χωρίς να αμφισβητείς τη δικαιοδοσία και την εξουσία της. Στο κάτω κάτω αυτό δεν ευχόσουν ; Μια άφιξη που θα σημάνει αναχώρηση, ε ;
Άρχισα να μετασχηματίζομαι. Όλοι γύρω μου βρίσκονταν σε μια άγρια αρχέγονη ενστικτωδώς πανηγυρική διάθεση. Τρίζανε τα κόκαλά τους και χοροπηδούσαν για να διαλέξουν το νέο τους σχήμα. Εμένα με πήρε πρώτον ! Έτσι θέλουμε να πιστεύουμε όλοι ότι για εμάς ειδικά κάποια στιγμή, κάποια ύπαρξη θα βρεθεί για να μας πάρει πρώτους.
Δε κράτησε πολύ όλο το πανηγύρι. Αλλά ήταν αρκετό. Πριν να με πάρουν χαμπάρι κατρακύλησα σε μια βολική σκιερή γωνιά για να μετρήσω τις επιπτώσεις του ανασχηματισμού μου. Μια νέα ζωή με περίμενε πια. Ξεκίνησα. Το ταξίδι γεμάτο ήχους πρωτόγνωρους, ανώτερο από κάθε προσδοκία. Ένα ταξίδι προς έναν νέο τόπο.
Κάτω, έξω από το όχημα της ευτυχίας μου άκουσα ασήμαντες φωνές να μουρμουρίζουν. - Ποιος ξέρει πότε θα περάσουν πάλι. Όσα πρόλαβαν πήρανε.
Πολλοί από τους κολλητούς μου μείνανε πίσω. Δεν είχα καιρό για συναισθηματισμούς. Αρκεί που με πήραν εμένα.
-Ποιος ξέρει πότε θα περάσουν πάλι, οι γαμημένες οι σκουπιδιάρες